|
Ο
ουρανός έμοιαζε με σκούρο μπλε πανί, σαν παραβάν, που το φώτιζε
η μεγάλη ασημόχρωμη λάμπα της πανσελήνου, η οποία τώρα ξεπρόβαλλε
πίσω από τα σύννεφα διαχέοντας το φως της ανάμεσα στα λιγοστά
φωτεινά αστέρια που διακρίνονταν και κάνοντας τον ουράνιο
θόλο να χάνει την καμπυλότητά του και να αποκαλύπτεται έτσι
η υφή του ίσιου, τεντωμένου πανιού, στερεωμένου λίγο ψηλότερα
από τα σταχτιά σύννεφα. Η μικρή πλατεία είχε αδειάσει από
κόσμο, παρόλο που δεν ήταν καθόλου αργά, μόλις επτά το απόγευμα.
Αυτός έτυχε να γυρίζει εκείνη την ώρα σπίτι του και περνώντας
από την έρημη πλατεία, σκεπασμένη με ένα στρώμα χιονιού δέκα
πόντων περίπου που την έκανε να λάμπει απόκοσμα κάτω από το
φως της σελήνης σαν ψάρι της αβύσσου, είδε τις βουβές πέτρες,
λευκές και ακίνητες μέσα στο λευκό πέπλο ανάμεσα στα δέντρα,
αρκετά μέτρα πιο μακριά από τη θέση όπου βρισκόταν.
Έμοιαζαν να τον περιμένουν, σχεδόν αισθανόταν έναν ψίθυρο
να μεταφέρεται στα αυτιά του ανεπαίσθητα μέσα στο λιγοστό
αεράκι που φυσούσε, παγωμένο και ξηρό, κάνοντάς τον να μαζεύει
το λαιμό του όσο περισσότερο μπορούσε μέσα στο γιακά από το
μπουφάν του. Παρόλο το κρύο όμως, σταμάτησε για λίγη ώρα εντελώς
ακίνητος, αφουγκραζόμενος τις μεγάλες πέτρες, που βρίσκονταν
παραταγμένες σχηματίζοντας έναν υποτυπώδη κύκλο πάνω στο έδαφος
σε ένα πλάτωμα ανάμεσα στις ελιές που έγερναν κάτω από το
βάρος του χιονιού. Τέλος, όταν πια κατάλαβε ότι τα πόδια του
είχαν αρχίσει να παγώνουν ξεκίνησε πάλι με γρήγορο βήμα, όχι
όμως για να συνεχίσει την πορεία του προς το σπίτι.
Διέσχισε με μικρά και προσεχτικά βήματα το σκεπασμένο απ'
το χιόνι πλακόστρωτο στον ανοιχτό χώρο μπροστά του. Ήταν φρέσκο
και σε κάθε του βήμα άκουγε ένα τρίξιμο, καθώς ένιωθε το πόδι
του να βυθίζεται λίγο μέσα στο μαλακό χαλί των νιφάδων, σα
να προχωρούσε πάνω σε στεγνή άμμο. Επικρατούσε ησυχία, μόνο
κάποιο τιτίβισμα ανάμεσα στα δέντρα έσπαγε τη σιωπή του τοπίου
στην καρδιά του χειμώνα. Ήταν είκοσι δύο Δεκεμβρίου, το χειμερινό
ηλιοστάσιο και η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Τα Χριστούγεννα
ήταν προ των πυλών και τα σπίτια ήδη στολισμένα. Στον αέρα
πλανιόταν μία μυρωδιά από καπνιά και αναμμένα τζάκια, χαρακτηριστικά
σε ολόκληρο το νησί κατά τους μήνες αυτούς. Τώρα όμως περπατούσε
πέρα από την πλατεία, μέσα από τα δέντρα που εκτείνονταν μέχρι
το ξέφωτο και αρκετά μακριά από κάποιο σπίτι και το μόνο που
έφτανε στην μύτη του ήταν η μυρωδιά του κρύου, που του προκαλούσε
ψύχρα και σκούπισε αρκετές φορές τα ρουθούνια του με το μανίκι
μέχρι να φτάσει στο ξέφωτο.
Ο χώρος βρισκόταν στην κορυφή ενός υψώματος και ήταν σε μεγάλη
έκταση ακάλυπτος από δέντρα, όχι μόνο στο μικρό σχετικά τμήμα
γύρω από την κυκλική διάταξη απ' τις μεγάλες πέτρες. Έλεγαν
ότι ήταν κάποιο είδος νεολιθικού τύμβου, ή και της ομηρικής
εποχής ακόμα. Για πολλά χρόνια είχαν μείνει θαμμένες κάτω
από το χώμα, μέχρι που τις ανακάλυψαν εντελώς τυχαία, όταν
ξερίζωναν ένα δέντρο που το είχε χτυπήσει κεραυνός στις αρχές
του αιώνα. Από τότε είχαν μείνει ως έχει. Κάποιοι αρχαιολόγοι
είχαν επισκεφτεί την τοποθεσία και είχαν κάνει μερικές εκτιμήσεις
για την ηλικία, δεν έγιναν ποτέ όμως άλλες ανασκαφές. Περπάτησε
προς το μέρος του κύκλου που είχε ύψος σχεδόν μισό μέτρο.
Έσκυψε και με το χέρι του τίναξε το χιόνι που κάλυπτε μία
από τις πέτρες, αποκαλύπτοντας την γκρίζα της επιφάνεια. Ήταν
αρκετά τραχιά, κάτω από το σεληνιακό φως έδειχνε σα σκιά,
μαύρη σχεδόν μέσα στη λευκή φωσφορίζουσα κρούστα του χιονιού.
Το χέρι του σχεδόν πάγωσε με την κίνηση αυτή και το έβαλε
γρήγορα στην τσέπη του. Έριξε μια ματιά τριγύρω και παρατήρησε
τα σύννεφα να κινούνται νωχελικά πάνω από τις κορυφές των
δέντρων. Ύστερα κοίταξε το ρολόι του και αφού βεβαιώθηκε ότι
ήταν ακόμη αρκετά νωρίς έψαξε να βρει κάποια ελιά που οι ρίζες
της να ήταν σχετικά μεγάλες και καθαρές από χιόνια για να
καθίσει.
Συνήθως φοβόταν το σκοτάδι, ή τουλάχιστον δεν ένιωθε τόσο
άνετα όταν το φως στο δωμάτιό του έκλεινε κι έμενε μόνος του
να ερευνά στο μισοσκόταδο τον πρώην γνώριμο χώρο από τη φωλιά
του κρεβατιού του. Αλλά το φως της σελήνης ήταν τόσο δυνατό
που δεν άφηνε καμιά σκιά να γιγαντωθεί, πιο αποτελεσματικό
από το φως του ήλιου, που δημιουργεί όλο και πιο πυκνές σκιές
χάρη στη δική του ένταση. Τριγύρω δεν υπήρχε κανείς σε μεγάλη
απόσταση. Έστρεψε τη ματιά του στον ουρανό από πάνω του και
στην πανσέληνο που κατά παράξενο τρόπο είχε συμπέσει τη χρονιά
εκείνη με το ηλιοστάσιο. Για λίγο δεν ένιωθε ούτε ζέστη ούτε
κρύο κι ας έβλεπε την ανάσα του να σχηματίζει μπροστά του
ένα μικρό συννεφάκι ομίχλης, που εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν
σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ο ψίθυρος από τις πέτρες είχε
τώρα σιγήσει. "Αν είχε ξεκινήσει ποτέ…", σκέφτηκε
από μέσα του και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, σφίγγοντας
το σώμα του για να αποτρέψει το κρύο να επιστρέψει. Για λίγο
του πέρασε από το μυαλό η ανάμνηση της άνοιξης και του καλοκαιριού,
με τις ζέστες και τα ιδιαίτερα αρώματά τους και του φάνηκε
απίστευτο ότι ο κόσμος θα μπορούσε ποτέ να ξαναγίνει τόσο
θερμός, ότι το χιόνι θα έλιωνε και το κρύο θα ήταν μία ανάμνηση
τόσο μακρινή, όσο και η ζέστη που αναπολούσε τη στιγμή εκείνη.
Του φάνηκε απίστευτο ότι μπορούσε να ξεχνά κανείς τόσο εύκολα
κάτι που τόσες φορές είχε ζήσει.
Τα σύννεφα περνούσαν τώρα πιο βιαστικά μπροστά από το λαμπερό
ασημένιο δίσκο και το φεγγάρι περιτριγυριζόταν από ένα μεγάλο
κίτρινο φωτοστέφανο. Αναρωτήθηκε πώς να έμοιαζε η θάλασσα
κάτω από εκείνο το γλυκό δεκεμβριάτικο φως. Ασυναίσθητα άρχισε
να μουρμουρίζει έναν σκοπό, που όμως είχε την εντύπωση ότι
τελικά δεν ταίριαζε καθόλου με την εικόνα εκείνη και αρκέστηκε
να τον αφήσει να παίζει μέσα στο μυαλό του. Ήταν παράξενο
συναίσθημα. Οι μουσικές ξεπηδούσαν στο κεφάλι του συνήθως
μόνο όταν βρισκόταν σε κίνηση, όπως όταν περπατούσε. Κι όμως
τώρα δεν μπορούσε να βγάλει τη μελωδία έξω από τη συνειδητή
του σκέψη. Για λίγο ένιωσε ότι όλα όσα γνώριζε είχαν κλειστεί
έξω από τον χώρο εκείνο, τα είχε αφήσει σε μία μακρινή χώρα
και τώρα βρισκόταν εκεί μόνος του, μπροστά στον κύκλο με τις
πέτρες και το μόνο που υπήρχε ήταν αυτά που έβλεπε. Τίποτα
δεν κρυβόταν κάτω από τον ορίζοντα, ούτε σπίτια με φώτα και
στολισμένα δέντρα ούτε κόσμος ούτε θάλασσα.
Είχε ακούσει ότι ο χώρος αυτός ήταν κάποτε τόπος παγανιστικής
λατρείας, πολύ παλιά, στην αρχαία εποχή, ίσως και παλαιότερα
ακόμα, πολύ πριν τα Χριστούγεννα. Και η μέρα αυτή ήταν πολύ
σημαντική στις λατρείες εκείνες, που γιόρταζαν τη μικρότερη
μέρα του χρόνου και τη μεγαλύτερη με μεγάλες τιμές και τελετές.
Σκέφτηκε τον χώρο εκείνο όπως θα ήταν δυόμισι χιλιάδες χρόνια
πιο πριν, με ιερείς ντυμένους με βαριά ρούχα και προβιές,
μαζεμένους γύρω από τον πέτρινο κύκλο με προσφορές και ψαλμωδίες.
Και μια μεγάλη φωτιά να καίει στο κέντρο του κύκλου.
"Άραγε να γίνονταν ανθρωποθυσίες εδώ;", σκέφτηκε.
Τέτοιες τελετές ήταν αρκετά συχνές παλαιότερα, όχι μόνο πριν
από τρεις χιλιάδες χρόνια αλλά και πριν από εφτακόσια. Αυτή
η λαμπερή πανσέληνος θα είχε γίνει πολλές φορές μάρτυρας αποτρόπαιων
τελετουργιών. Φωτιές και πέτρινα ή χάλκινα μαχαίρια και άνθρωποι
που πέθαιναν για να εξευμενίσουν τις θεότητες. Έλεγαν ότι
στο νησί λατρευόταν στην αρχαιότητα ο Πάνας. Και αν και οι
πιο πολλοί είχαν συνδέσει τη λατρεία της θεότητας αυτής με
κάτι ανάλογο με τις τελετές του Διονύσου, υπήρχαν πολλές ιστορήσεις
και στοιχεία που έδειχναν ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς
έτσι. Οι παγανιστικές αυτές θεότητες ίσως έμοιαζαν τώρα γραφικές
αλλά τότε ήταν πάρα πολύ σοβαρές. Και δεν ήταν πάντοτε η προσωποποίηση
του γλεντιού και της κατάνυξης. Όπως σε όλα τα πράγματα και
στη φύση την οποία και εκπροσωπούσαν, υπήρχε και σ' αυτές
και στις λατρείες τους μία σκοτεινή πλευρά.
Τη νύχτα όμως εκείνη η ιδέα των παράξενων προσκυνητών και
των αιματοβαμμένων τύμβων έμοιαζε εντελώς αταίριαστη με τη
μαγική ατμόσφαιρα που απλωνόταν στο τοπίο. Ήταν κι αυτή μία
σκοτεινή πλευρά του κόσμου, όχι τρομαχτική και απειλητική
αλλά απλώς διαφορετική, κρυφή σχεδόν και γι' αυτόν τον λόγο
πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Η σκέψη του πήγε αυτόματα στο αν υπήρχε
κάποιος άλλος που την ίδια ώρα, κάπου πολύ μακριά, να κοίταζε
ψηλά το ίδιο φεγγάρι να φωτίζει το δικό του ουρανό.
"Μπα, μάλλον όχι. Ποιος άλλος να κάθεται μόνος του μες
στα χιόνια κοιτάζοντας την τελευταία πανσέληνο της χρονιάς;",
είπε από μέσα του. Δεν το πίστευε βέβαια αλλά για λίγο ένιωσε
όμορφα και αισθάνθηκε το σβέρκο του να ανατριχιάζει.
Ο αέρας είχε αποκτήσει μία υφή αρκετά περίεργη, έμοιαζε να
μην έχει αγγίξει ποτέ του κάτι το ζωντανό, ούτε δέντρο ούτε
ζώο ή άνθρωπο, λες και κανείς δεν τον είχε ξαναναπνεύσει ποτέ.
Φρέσκος και αμόλυντος, σχεδόν έδινε την εντύπωση ότι μετέφερε
κάποια παράξενη γλυκιά μυρωδιά ή έτσι νόμιζε ο ίδιος. Κοντά
στη σελήνη τρεμόσβηνε ένα κοκκινωπό αστέρι, αληθινά τρεμόσβηνε
με το παγωμένο του φως σα φλόγα κεριού που ψυχομαχάει πριν
σβήσει. Η ευχάριστη ατμόσφαιρα τον έκανε να αισθάνεται μία
ελαφρά υπνηλία και κατάλαβε ότι ήταν πια ώρα να πηγαίνει.
"Θα είναι μία μεγάλη νύχτα.", σκέφτηκε και έκανε
να σηκωθεί από τη ρίζα του δέντρου όπου είχε καθίσει. Τότε
αντιλήφθηκε ότι ο αέρας ήταν μονάχα η κορυφή του παγόβουνου
και ότι πολύ περισσότερα είχαν αλλάξει γύρω του όση ώρα ήταν
απορροφημένος στις σκέψεις και τη θέα της λαμπερής σελήνης.
Μόλις στάθηκε όρθιος κατάλαβε ότι το τοπίο γύρω του ήταν πια
εντελώς διαφορετικό. Δεν υπήρχε μπροστά του ο πέτρινος κύκλος
ούτε τα χιονισμένα δέντρα. Δεν υπήρχε καν χιόνι στο έδαφος.
Αντίθετα, παντού τριγύρω υπήρχε πράσινο χορτάρι, διάστικτο
από πολύχρωμα αγριολούλουδα εδώ κι εκεί. Το έδαφος ήταν τώρα
ελαφρά ανηφορικό μπροστά του και ο αέρας πιο ζεστός. Λες και
ξαφνικά είχε γίνει άνοιξη γύρω του. Το μόνο πράγμα που παρέμενε
ίδιο ήταν η νύχτα και το φεγγάρι, που συνέχιζε να ρίχνει το
φως του στον άγνωστο αυτόν τόπο.
Και πάλι ωστόσο δεν του φαινόταν σωστό. Μπορούσε να διακρίνει
τα χρώματα αρκετά εύκολα. Σαν το ίδιο το έδαφος να έβγαζε
φως ή να φωτιζόταν από κάποια αόρατη πηγή. Η ευωδιά του αέρα
ήταν διάχυτη γύρω του και άκουσε ένα μαλακό θρόισμα πάνω απ'
το κεφάλι του. Γύρισε πίσω και είδε μία ψηλή αμυγδαλιά με
πράσινα φύλλα να σαλεύει αργά κάτω από τις ριπές του ανέμου.
Ήταν στη θέση που θυμόταν να βρίσκεται η ελιά, στη ρίζα της
οποίας είχε καθίσει λίγα λεπτά πιο πριν.
"Πρέπει να ονειρεύομαι.", είπε στον εαυτό του κι
αμέσως ένιωσε αρκετά ταραγμένος, επειδή ποτέ δε θυμόταν να
είχε κάνει τέτοια διαπίστωση σε κάποιο από τα όνειρά του.
Όταν ονειρεύεσαι είσαι βέβαιος ότι αυτά που βλέπεις είναι
πραγματικά. Δεν τα αμφισβητείς ποτέ συνειδητά, όπως δεν αμφισβητείς
σοβαρά την πραγματικότητα όταν είσαι ξύπνιος.
Περπάτησε γύρω από το χοντρό κορμό του δέντρου σε πλήρη αμηχανία.
Του φάνηκε ότι άκουγε κελαηδήματα πουλιών και σήκωσε τα μάτια
του για να τα εντοπίσει ανάμεσα στα κλαδιά της αμυγδαλιάς.
Δε διέκρινε όμως κάτι. Στην άλλη άκρη, κοντά στη βάση του
δέντρου υπήρχε μία στέρνα. Ανέβηκε πάνω στην πλάκα και άνοιξε
το καπάκι. Στο λιγοστό φως μπορούσε να δει το νερό που έφτανε
σχεδόν μέχρι το χείλος. Η πανσέληνος ήταν βυθισμένη κάτω από
την ακίνητη, μαύρη επιφάνειά του κι έμοιαζε πιο πραγματική
κι απ' αυτήν που διαφαινόταν πάνω από τα κλαδιά του δέντρου.
Απομακρύνθηκε λίγο από τη στέρνα και περπάτησε σε μια μικρή
απόσταση πάνω στο χορτάρι. Ζεσταινόταν αρκετά πια για να βγάλει
το χοντρό μπουφάν του και να προχωρήσει κρατώντας το στα χέρια.
Κι εδώ το έδαφος ήταν ανηφορικό, σαν όλη η περιοχή που περιτριγύρισε
το δέντρο να βρισκόταν μέσα σε ένα ρηχό κρατήρα και ο ορίζοντάς
του τελείωνε μόλις μερικά μέτρα μπροστά. Επιβράδυνε το βήμα
του καθώς άρχισε να ανηφορίζει, όταν στην άκρη του υψώματος
ξεπρόβαλλε κάτω από τον σκοτεινό ουρανό μία κοπέλα. Με το
που την είδε έμειναν και οι δυο τους ακίνητοι. Η κοπέλα του
φάνηκε πραγματικά σαστισμένη τη στιγμή που τον αντίκρισε,
τόσο που σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στόμα της και έμεινε
να τον κοιτά για λίγα δευτερόλεπτα αμίλητη. Είχε μακριά καστανά
μαλλιά και φορούσε ένα μπεζ φόρεμα με πολλά μικρά λουλουδάκια
πάνω του και μία ανοιξιάτικη ζακέτα. Έδειχνε να περπατάει
ανάλαφρα, δίχως να ακουμπάει καλά-καλά στη γη όταν βγήκε τελικά
από την ακινησία της και τον πλησίασε. Εκείνος παρέμεινε ακίνητος
στη θέση του.
"Πώς βρέθηκες εδώ;", τον ρώτησε και τα μάτια της
λαμπύριζαν καθώς τον κοίταζε με επιμονή. Δεν μπορούσε να δει
καθαρά το χρώμα τους, του φάνηκε όμως ότι ήταν καστανόχρωμα.
Είχε σταθεί ένα μέτρο μπροστά του κι έμοιαζε να περιμένει
την απάντησή του με μεγάλη προσμονή. Για λίγο ένιωσε υπνωτισμένος,
χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη
"Για να πω την αλήθεια, αυτό αναρωτιόμουν κι εγώ μόλις
τώρα.", είπε μετά από ένα διάστημα σιωπής, χωρίς να ενδιαφέρεται
τόσο για το πώς θα ακουγόταν η απάντησή του αυτή. "Μήπως
ξέρεις ποιο είναι αυτό το μέρος;", την ρώτησε. Εκείνη
χαμογέλασε πλατιά και στερέωσε μία τούφα από τα μαλλιά της
πίσω από το αυτί της.
"Δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι, ε; Ούτε καν πώς ήρθες. Ξέρεις
τι σημαίνει αυτό;" Εκείνος ένιωσε τρομερά αμήχανα, μη
ξέροντας τι να απαντήσει. Η κοπέλα όμως έδειχνε να ξέρει τα
πάντα κι αυτό τον έκανε να νιώθει ακόμα πιο άβολα. Ήταν σίγουρος
ότι δεν την είχε ξαναδεί ποτέ του. Όμως κάθε στιγμή που περνούσε
η φυσιογνωμία της γινόταν όλο και πιο γνώριμη. Δεν ήταν το
πρόσωπό της μόνο αλλά ολόκληρο το παρουσιαστικό της που του
προκαλούσε ένα ολοένα και πιο ενοχλητικό deja vu.
"Με λένε…", είπε, κάνοντας να συστηθεί, δεν πρόλαβε
όμως να τελειώσει τη φράση του καθώς η κοπέλα άπλωσε το χέρι
της και τον απέτρεψε να μιλήσει, αγγίζοντας τα χείλη του με
τα δάχτυλά της. Εκείνος ένιωσε να ηλεκτρίζεται στο άγγιγμά
της. Συνειδητοποίησε ότι ανέδιδε αυτή τη γλυκιά ευωδιά που
μετέφερε η νυχτερινή αύρα. Πιο ανεπαίσθητη από άρωμα και πιο
αρμονική από απλή ανθρώπινη μυρωδιά.
"Μη, μη μου λες τίποτα. Δε χρειάζονται αυτά τα ονόματα
εδώ.", του είπε σε τόνο πολύ σοβαρό. "Εδώ μπορείς
να έχεις όποιο όνομα θέλεις. Γι' αυτό θα σου δώσω εγώ ένα
όνομα. Θα είσαι ο Ράβεντιλ". Και αποτράβηξε το χέρι της
χαμογελώντας.
"Τώρα η σειρά σου.", τον παρότρυνε. Αυτός έμεινε
για λίγο σκεφτικός, χωρίς να την κοιτάζει. Τέλος γύρισε το
βλέμμα του προς το μέρος της.
"Κι εσύ θα είσαι η Λέρθελ.", είπε με κάποιο δισταγμό.
"Λέρθελ. Μ' αρέσει αυτό το όνομα".
"Αλήθεια;"
"Ναι". Ο Ράβεντιλ κούνησε το κεφάλι του ελαφρά απορημένος.
"Δηλαδή τόσον καιρό δεν είχες όνομα;"
"Δεν το χρειαζόμουν.", αποκρίθηκε με φυσικότητα.
Τα μαλλιά της ανέμιζαν ελαφρά γύρω από το πρόσωπό της. "Δεν
έρχεται κανείς άλλος εδώ."
"Εννοείς ότι το μέρος αυτό είναι εντελώς ακατοίκητο;
Πού είμαστε τελικά;" Στο μυαλό του ξανάρθε εκείνη η αίσθηση
του αέρα που κανείς άλλος δεν είχε αναπνεύσει ποτέ.
"Κάπου που μόνο εγώ κι εσύ έχουμε βρεθεί.", ήταν
η απάντηση που ήρθε να επιβεβαιώσει την αρχική του υποψία
και τον έπιασε από το χέρι, οδηγώντας τον γρήγορα προς το
ύψωμα, στο τέλος του κρατήρα.
"Έλα, έχω αρκετά να σου δείξω σ' αυτόν τον τόπο.",
είπε και η φωνή της ακούστηκε χαρούμενη, τραγουδιστή και ανέμελη
σα μικρού παιδιού που ετοιμαζόταν να καταπιαστεί με το αγαπημένο
του παιχνίδι. Εκείνος την ακολούθησε χωρίς να πει τίποτα.
Ανέβηκαν το ύψωμα με γρήγορα βήματα και βρέθηκαν μπροστά σε
έναν ολότελα διαφορετικό χώρο, σα να περνούσαν σε άλλο δωμάτιο.
Το έδαφος κατηφόριζε σχηματίζοντας φυσικά σκαλιά πάνω σε μεγάλες
πέτρες, σκεπασμένες με πράσινα βρύα. Οδηγούσαν σε ένα πλάτωμα
λίγο πιο κάτω, ανάμεσα σε χαμηλά δέντρα με καρπούς, δίπλα
στο οποίο υπήρχε μία λιμνούλα που τροφοδοτούταν από μικρούς
καταρράχτες που σχημάτιζε το νερό, κατεβαίνοντας πάνω από
ένα ύψωμα από γυαλιστερή, λειασμένη από τη ροή πέτρα. Και
πάλι το τοπίο έδειχνε υπερβολικά φωτεινό και πολύχρωμο κάτω
από το νυχτερινό φως.
Κατέβηκαν μέχρι το πλάτωμα και η Λέρθελ τον οδήγησε αρχικά
προς τα δέντρα. Άπλωσε το χέρι της κι έκοψε ένα από τα φρούτα
που κρέμονταν ανάμεσα στα κλαδιά, που έμοιαζαν να περιμένουν
αυτούς για να τα κόψουν και να τα δοκιμάσουν. Εκείνος το πήρε
με κάποια δυσπιστία. Είχε τραχύ κοκκινόχρωμο περίβλημα, σα
χοντρή φλούδα. Το πλησίασε στη μύτη του. Το άρωμά του ήταν
ευχάριστο και δεν είχε ξαναδεί παρόμοιο φρούτο.
"Εμπρός, ξεφλούδισέ το.", είπε η κοπέλα γελώντας
με τις αργές του κινήσεις. Γέλασε και ο ίδιος και έμπηξε τα
νύχια του στον καρπό. Το ξεφλούδισε εύκολα, σαν πορτοκάλι
αλλά το εσωτερικό του ήταν κίτρινο και μαλακό. Το δοκίμασε.
Ήταν αρκετά ζουμερό και τρομερά εύγευστο. Του δημιούργησε
μία πολύ παράξενη αίσθηση, λες και δεν έτρωγε ακριβώς φρούτο.
Σε στιγμές γλυκό και σε άλλες αλμυρό.
"Είναι πολύ ωραίο.", της είπε.
"Το ξέρω, όλα τα πράγματα είναι ωραία εδώ.", αποκρίθηκε
και προχώρησε προς τη λιμνούλα. Εκείνος την ακολούθησε κρατώντας
το φρούτο.
"Μόνο αυτά τρως εδώ;", ρώτησε. Η Λέρθελ ένευσε καταφατικά.
"Πού μένεις, πού είναι το σπίτι σου;"
"Αυτό είναι το σπίτι μου. Όταν νυστάζω πηγαίνω και κοιμάμαι
κάτω από την αμυγδαλιά που είδες πριν. Είναι το πιο ωραίο
κρεβάτι.", είπε εύθυμα και πήγε δίπλα σε έναν μεγάλο
λείο βράχο κοντά στη λιμνούλα. Η μια του επιφάνεια ήταν εντελώς
επίπεδη και γυαλιστερή. Και πάνω της ήταν ζωγραφισμένη μία
ημιτελής εικόνα. Η κοπέλα πήγε και κάθισε στο γρασίδι μπροστά
της.
Δίπλα της υπήρχαν αραδιασμένα διάφορα ξηρά χρώματα που έμοιαζαν
με πολύχρωμες κιμωλίες, τις οποίες είχε χρησιμοποιήσει για
να ζωγραφίσει την εικόνα στον βράχο. Φάνταζε σαν πολύπτυχο
από διάφορες ξεχωριστές εικόνες. Παράξενα τοπία και συνθέσεις,
ζωγραφισμένα με μεγάλη μαεστρία, που έκαναν στον Ράβεντιλ
ιδιαίτερη εντύπωση
"Εσύ τα ζωγράφισες όλα αυτά;" Η κοπέλα είχε πάρει
κιόλας ένα κομματάκι χρωματιστής κιμωλίας και είχε αρχίσει
να την τρίβει πάνω στον πίνακά της.
"Αυτό ζωγράφιζα όταν σε άκουσα να έρχεσαι.", είπε
εκείνη. "Σου αρέσει να ζωγραφίζεις;"
"Έτσι κι έτσι. Δεν ασχολούμαι και τόσο". Η Λέρθελ
του χαμογέλασε.
"Δεν ξέρεις αν σου αρέσει κάτι ή όχι;" Του έδωσε
ένα από τα χρώματα. Αυτός το κράτησε στα δάχτυλά του με τρόπο
μάλλον αδέξιο.
"Θες να δοκιμάσεις;"
"Δεν το αφήνουμε καλύτερα; Θέλω να πω, ζωγραφίζεις πολύ
ωραία, δε θα ήθελα να χαλάσω τον πίνακά σου…"
"Μην ανησυχείς, δε με πειράζει.", έκανε απλά η Λέρθελ
καθώς ζωγράφιζε. Εκείνος την παρατηρούσε για κάμποσα λεπτά
καθώς πρόσθετε με προσεκτικές κινήσεις λεπτομέρειες στον πίνακα.
Έμειναν αμίλητοι για αρκετή ώρα, μέχρι που τελικά αποφάσισε
να δοκιμάσει διστακτικά την τύχη του. Προς μεγάλη του έκπληξη,
δεν του ήταν και τόσο δύσκολο όσο είχε αρχικά φανταστεί. Το
μόνο πρόβλημα ήταν ότι δεν ήξερε τι να σχεδιάσει. Έτσι άρχισε
να αντιγράφει μία από τις παραστάσεις της σε ένα άλλο σημείο
του πρωτότυπου εκείνου καμβά.
"Λοιπόν, πώς σου φαίνεται;", τον ρώτησε, χωρίς να
τραβήξει το βλέμμα της από τη δουλειά της.
"Έχει πλάκα", έκανε χαμογελώντας. "Αυτό κάνεις
εδώ; Ζωγραφίζεις;"
"Κυρίως".
"Τι είναι όλες αυτές οι εικόνες;"
"Τα τοπία που βρίσκονται πίσω από τον ορίζοντα.",
αποκρίθηκε. Την κοίταξε για λίγη ώρα με περιέργεια και δεν
τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της μέχρι αυτή να το αντιληφθεί
και να γυρίσει προς το μέρος του.
"Πόσων χρονών είσαι;", τη ρώτησε χωρίς να το σκεφτεί
πολύ. Η κοπέλα έμεινε για λίγο σκεφτική κοιτάζοντάς τον.
"Δεκαοχτώ, όταν ήρθα εδώ."
"Δεν έμενες πάντα εδώ;" Εκείνη κούνησε αρνητικά
το κεφάλι αλλά δε θέλησε να του πει περισσότερα.
"Εσύ;"
"Δεκαέξι.", αποκρίθηκε ο Ράβεντιλ. "Πόσο καιρό
ζεις εδώ;"
"Δε μπορώ να πω ακριβώς. Εμένα μου φαίνεται σα μερικές
εβδομάδες".
"Και μένεις ολομόναχη;"
"Πού είναι το κακό με αυτό;" Εκείνος κατέβασε το
βλέμμα κι επέστρεψε αφηρημένος στον πίνακα. Χωρίς να το περιμένει
η Λέρθελ έτεινε αργά το χέρι της προς το μέρος του και κράτησε
το δικό του. Αυτός ένιωσε να μουδιάζει και η μπογιά γλίστρησε
από τα δάχτυλά του. Έστρεψε το βλέμμα του προς τη Λέρθελ.
"Τουλάχιστον είσαι εσύ εδώ.", του είπε κοιτάζοντάς
τον στα μάτια. Σηκώθηκαν όρθιοι. Ήταν λίγο πιο κοντή από αυτόν.
Ο Ράβεντιλ αισθάνθηκε πάλι εκείνο το ενοχλητικό deja vu.
"Ξέρεις, σε είχα δει σε ένα όνειρο πριν λίγο καιρό. Το
ήξερα ότι θα ερχόσουν αργά ή γρήγορα.", είπε αυτή σχεδόν
ψιθυρίζοντας.
"Είπες ότι κανείς δεν έχει ξανάρθει εδώ."
"Ναι. Βλέπεις, στο μέρος αυτό συμβαίνουν λιγότερα πράγματα
από καθαρή τύχη. Δεν αναρωτιέσαι γιατί είσαι εδώ;"
"Και βέβαια."
"Ίσως είναι επειδή το θέλαμε και οι δύο". Έφερε
στο μυαλό του προηγούμενους ονειρότοπους που είχε γνωρίσει.
Δε θυμόταν κάποιον που να είχε κάποιες ομοιότητες με αυτό
που είχε τώρα μπροστά του, έστω και ελάχιστες. Μόνο η κοπέλα
του φαινόταν παράδοξα γνώριμη. Ξανάφερε στο μυαλό του τα λόγια
της.
"Πώς γίνεται να ονειρεύτηκες κάποιον που δεν έχεις ξαναδεί;",
τη ρώτησε. Εκείνη άγγιξε το μάγουλό του και ο Ράβεντιλ κράτησε
το χέρι της. Ένιωσε τυλιγμένος κι ακινητοποιημένος μέσα σε
έναν μαγικό ιστό, περιμένοντας ένα πολύ γνωστό και αδηφάγο
συναίσθημα να τον καταβροχθίσει ζωντανό στο άγγιγμά της. Και
τότε κατάλαβε ότι δε χρειαζόταν άλλες εξηγήσεις, άλλες αιτιολογήσεις
γιατί τίποτα δεν ήταν τυχαίο στον τόπο αυτό. Και μέσα στην
αγαλλίαση και την ταραχή των στιγμών εκείνων, για πρώτη φορά
μακριά απ' όλους τους φόβους του, έσκυψε και τη φίλησε. Στην
επαφή με τα χείλη της αισθάνθηκε το άρωμά της να περνάει μέσα
του και να τον πλημμυρίζει. Η Λέρθελ δεν μπήκε καν στον κόπο
να του απαντήσει.
"Όλα αυτά είναι υπερβολικά παράδοξα.", της ψιθύρισε.
"Είναι αληθινά όμως. Αυτός ο κόσμος, όλα ετούτα, δεν
ήταν προορισμένα για να τα δει άλλο μάτι. Νόμιζα ότι ήταν
μόνο για μένα. Ήταν μόνο για μένα. Καταλαβαίνεις; Κανείς άλλος
δεν μπόρεσε να έρθει εδώ". Σταμάτησε για λίγο κοιτώντας
περισκοπικά τον χώρο και τελικά προς αυτόν.
"Αλλά εσύ ήρθες. Δεν είναι σύμπτωση". Ο Ράβεντιλ
χάιδεψε το μάγουλό της τρέμοντας ελαφρά. Δεν ήταν συνηθισμένος
σε τέτοια συναισθήματα. Στον τόπο που είχε αφήσει ήταν νύχτα
και πανσέληνος και ηλιοστάσιο, χιόνιζε και είχε κρύο, όπως
όλους του Δεκεμβρίους που είχε γνωρίσει και μπορούσε να θυμηθεί.
Του ήταν δύσκολο να δεχτεί την άνοιξη αυτή που είχε ξεδιπλωθεί
μπροστά του, η οποία τόσο μακρινή έδειχνε στο νησί. Τα χρωματισμένα
από τις μπογιές δάχτυλά του είχαν αφήσει ένα πολύχρωμο ίχνος
πάνω στο λευκό της μάγουλο, που έμοιαζε με σκόνη από φτερά
πεταλούδας. Αυτός χαμογέλασε αδιόρατα, παρατηρώντας το ασημένιο
φως της σελήνης, που στεκόταν πάνω από τη Λέρθελ να της λούζει
τα μαλλιά, σχηματίζοντας ένα λεπτό στρώμα από ασημένια αχλή
γύρω της.
"Είναι όνειρο, έτσι δεν είναι;", ρώτησε, καθώς η
αίσθηση αυτή γινόταν όλο και πιο βασανιστική. Σε λίγο θα ξύπναγε
και θα ήταν χειμώνας και θα έβρισκε τον εαυτό του να πενθεί
για όσα είχε αφήσει πίσω του σε τούτον τον ονειρότοπο.
"Όχι, μην το λες αυτό. Δεν είναι όνειρο. Μπορείς να μείνεις
εδώ, αρκεί να το θέλεις πραγματικά", του αποκρίθηκε και
κράτησε σφιχτά τα χέρια του στα δικά της. Εκείνος ένιωσε ξαφνικά
τον αέρα γύρω του να γίνεται πιο κρύος. Από μπροστά του πέρασε
αστραπιαία η εικόνα των σκοτεινών δέντρων και του πέτρινου
κύκλου. Για λίγο έχασε την ισορροπία του και παραλίγο να πέσει
αλλά η Λέρθελ τον βοήθησε να στηριχτεί. Την κοίταξε και στο
πρόσωπό της διέκρινε μία βαθιά απόγνωση.
"Μόνο να το θέλεις, μόνο αυτό αρκεί…"
"Δεν… δεν ξέρω αν μπορώ.", ήταν η μόνη απάντηση
που μπόρεσε να της δώσει και κράτησε σφιχτά το χέρι της αλλά
την επόμενη στιγμή βρισκόταν πάλι μέσα στο σκοτάδι του πλατώματος,
καθισμένος στη ρίζα της χιονισμένης ελιάς, με την πανσέληνο
να λάμπει ολόγυρα στον ουρανό. Το κρύο του επιτέθηκε σαν άγριο
ζώο και ανατρίχιασε ολόκληρος, αισθανόταν ακόμη ωστόσο την
αφή της Λέρθελ στην παγωμένη παλάμη του. Τριγύρω του ο αέρας
διατηρούσε ακόμη το άρωμά της.
Σηκώθηκε ταραγμένος, λιγάκι ζαλισμένος και πήρε μερικές βαθιές
ανάσες. Ύστερα έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Δεν είχαν περάσει
παρά λίγα λεπτά, απ' όσο μπορούσε να θυμηθεί. Βέβαιος πια
ότι όλα αυτά τα είχε ονειρευτεί τράβηξε γρήγορα για το σπίτι
του. Οι εικόνες ήταν ακόμη πολύ ζωηρές στο μυαλό του. Όλο
το υπόλοιπο βράδυ ήταν αφηρημένος, απορροφημένος στις σκέψεις
του και όταν τελικά έπεσε στο κρεβάτι μία παράξενη θέρμη άρχισε
να τον καίει, σαν ελαφρύς πυρετός και δεν μπόρεσε να κοιμηθεί
για πολλές ώρες, στριφογυρίζοντας κάτω από τα βαριά του σκεπάσματα.
Όταν πλησίαζε πια το τέλος εκείνης της ατέλειωτης νύχτας κατάφερε
τελικά να κλείσει τα μάτια του, στοιχειωμένος από τα τελευταία
της λόγια. Ονειρεύτηκε και είδε πάλι την ψηλή αμυγδαλιά και
τη Λέρθελ να στέκεται πάνω στο ύψωμα. Αυτή τη φορά όμως δε
μίλησε, ούτε ήρθε προς το μέρος του.
"Αρκεί να το θέλεις…"
Αλλά δεν ήξερε τι ήθελε πραγματικά.
Εκείνη ήταν η τελευταία φορά που την είδε.
Τον επόμενο χρόνο έφυγε από το νησί και πήγε στην Αθήνα. Έζησε
εκεί για αρκετά χρόνια, απασχολημένος με όλα αυτά που η προσμονή
τους είχε κάνει τόσο δύσκολη την απόφασή του εκείνη τη νύχτα.
Αρκετή φιλοδοξία και αρκετή δουλειά, που για πολύ καιρό τον
κρατούσαν απορροφημένο. Ίσως τελικά να του προσέφεραν κιόλας
αρκετές χαρές. Αλλά όποτε επέστρεφε από καιρό σε καιρό στο
νησί τον γέμιζε μία νοσταλγία για τον κόσμο που είχε αφήσει
πίσω του όταν έφυγε για την πόλη. Και για την κοπέλα του μακρινού
του ονείρου, που πια ούτε το πρόσωπό της δε μπορούσε να θυμηθεί.
Πολλές φορές ξανάφερε στο μυαλό του το όνειρο εκείνο. Και
τα λόγια που του είχε πει πριν φύγει.
Και ο καιρός πέρασε πολύ πιο γρήγορα απ' ότι υπολόγιζε και
ο κόσμος γύρω του άρχισε να χάνει τη λάμψη του και να τον
γεμίζει θλίψη, σα να έβλεπε κάτι τσακισμένο και κατεστραμμένο
ή κάτι που καθόλου δεν ήταν φτιαγμένο για 'κείνον, αν και
είχε δουλέψει πολύ για να κερδίσει τη θέση του εκεί. Πέρα
από την ευχαρίστηση και την επιβεβαίωση ότι τα είχε καταφέρει
καλά, του είχε μείνει ένα πικρό συναίσθημα ότι δεν υπήρχε
τίποτε άλλο να κάνει. Περπατούσε στους χειμωνιάτικους δρόμους
της πόλης, γεμάτους φώτα και κόσμο και φασαρία και του φαινόταν
ότι δεν ανήκε εκεί. Καθώς μουρμούριζε ένα μουσικό κομμάτι,
προχωρούσε με όσο πιο γρήγορο βήμα μπορούσε, ελπίζοντας ότι
από στιγμή σε στιγμή θα γινόταν αόρατος.
Από την τηλεόραση ακουγόταν το δελτίο καιρού να προμηνύει
μεγάλες κακοκαιρίες. Εκείνος, διαβάζοντας ένα βιβλίο καθισμένος
μπροστά στο τζάκι του δεν έδινε σημασία, μόνο έριχνε πού και
πού ματιές στη φωτιά που έκαιγε ζωηρά δίπλα του. Το δωμάτιο
ήταν ζεστό και μύριζε ελαφρά τσίκνα από τον καπνό του τζακιού.
Είχε γυρίσει στο νησί για τις γιορτές των Χριστουγέννων που
πλησίαζαν για άλλη μια φορά και την ώρα εκείνη καθόταν σπίτι
του, διαβάζοντας και βυθισμένος σε σκοτεινές σκέψεις. Έμενε
σε δικό του σπίτι, μακριά από το χωριό όπου έμεναν ακόμα οι
γονείς του.
Σηκώθηκε από τη θέση του και χαμήλωσε τη φωνή της τηλεόρασης,
που άρχιζε να τον ενοχλεί πια. Από το παράθυρο του δωματίου
φαινόταν έξω η χιονισμένη αυλή κάτω από τον σκούρο μπλε ουρανό.
Νύχτωνε για τα καλά. Η μεγαλύτερη νύχτα της χρονιάς. Από την
πόρτα ακούστηκε ένα συνεχές κι επίμονο χτύπημα. Αυτός άφησε
το βιβλίο του πάνω σε ένα τραπεζάκι και πήγε να ανοίξει.
Κατέβηκε τα λιγοστά εσωτερικά σκαλιά μέχρι την εξώπορτα. Τα
χτυπήματα είχαν πάψει. Άνοιξε και για μια στιγμή νόμισε ότι
ονειρεύεται.
"Λέρθελ…" Στεκόταν μπροστά του, ακριβώς όπως τότε,
με την πανσέληνο πάνω από το κεφάλι της. Είχε τα χέρια της
σταυρωμένα μπροστά στη μέση της. Τα ανοιξιάτικα ρούχα δεν
μπορούσαν να την προστατέψουν από το κρύο του χειμώνα και
τα χείλη της είχαν αρχίσει να μελανιάζουν. Έτρεμε όμως λιγότερο
από τον ίδιο όταν την αντίκρισε.
"Το ήξερα ότι θα σ' έβρισκα εδώ.", του είπε με σταθερή
φωνή και στο πρόσωπό της ζωγραφίστηκε ένα χαμόγελο.
"Άλλαξες.", πρόσθεσε. "Τώρα είσαι μεγαλύτερος
από 'μένα". Αλλά αυτή δεν είχε αλλάξει. Δεν είχε περάσει
μέρα από πάνω της.
"Πώς… πώς έγινε αυτό;", ψέλλισε εκείνος.
"Κοιμήθηκα κάτω από την αμυγδαλιά. Είχε χάσει όλα της
τα φύλλα. Ακόμα και το γρασίδι είχε αρχίσει να μαραίνεται.
Δεν ήθελα να μείνω άλλο εκεί".
Είχαν περάσει δεκαεννιά χρόνια από εκείνο το βράδυ. Και τώρα
ήταν και πάλι είκοσι δύο Δεκεμβρίου. Και πάλι πανσέληνος.
Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια. Να έφταιγε αυτό άραγε;
Θα μπορούσε να είχε περάσει ένας αιώνας ή και περισσότερο
μέχρι να ξανασυμβεί.
"Αυτή η νύχτα έχει κάτι το μαγικό.", της είπε. Έμειναν
για λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλοί και ύστερα την έσφιξε στην
αγκαλιά του και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα δάκρυ χαράς
καθώς ξανάσμιγαν μετά από τόσα χρόνια. Γι' αυτήν ίσως να μην
ήταν παρά μερικές μέρες. Σε αυτόν όμως το διάστημα είχε φανεί
παραπάνω από ατέλειωτο. Το μόνο που ένιωθε τώρα ήταν ευγνωμοσύνη,
που του είχε δοθεί αυτή η ευκαιρία.
"Συγχώρεσέ με, δεν μπορούσα να ξέρω…", της ψιθύρισε.
"Αλλά τώρα ξέρω πως το μόνο που θέλω είναι να είμαι μαζί
σου.", συμπλήρωσε. Την κράτησε από τους ώμους μπροστά
του για να χαράξει τη μορφή της στη μνήμη του και να μην την
ξεχάσει ποτέ ξανά.
"Δεν μετανιώνεις που άφησες εκείνο το μέρος;" Η
Λέρθελ χάιδεψε το πρόσωπό του.
"Όχι, καθόλου".
"Έλα, πέρασε μέσα.", της είπε και την πήρε από το
χέρι, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους.
Ευχήθηκε να μην ήταν κι αυτό ένα ακόμη όνειρο.
|