Author Topic: abastecer -> εφοδιάζω, τροφοδοτώ  (Read 85 times)

magenta

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 6079
abastecer -> εφοδιάζω, τροφοδοτώ
« on: 11 Apr, 2011, 10:42:16 »
abastecer -> εφοδιάζω, τροφοδοτώ

Αυτός ο όρος προέρχεται από το Ισπανοελληνικό και Ελληνοϊσπανικό λεξικό της Ματζέντα. Ενδέχεται να έχουν γίνει τροποποιήσεις από τους χρήστες ή τους συντονιστές για τον εμπλουτισμό και τη βελτίωσή του.
Ισπανοελληνικό λεξικό, Ισπανοελληνικό γλωσσάρι, λεξικό ισπανικά-ελληνικά, γλωσσάριο, μετάφραση. Diccionario español - griego, glossario, traducción. Spanish-Greek dictionary, Spanish-Greek glossary, terms, computers.