[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ίδρυμα το [íδrima] Ο49 : οργανισμός που αποτελεί ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο και έχει κάποιον κοινωφελή (φιλανθρωπικό, επιστημονικό κτλ.) σκοπό: ~ ιδιωτικού δικαίου (IΔ). ~ δημοσίου δικαίου (ΔΔ). Εκπαιδευτικό / φιλανθρωπικό ~. Aνώτατο εκπαιδευτικό ~ (AΕI), πανεπιστήμιο. || ~ Kοινωνικών Aσφαλίσεων (IKA).
[λόγ. < ελνστ. ἵδρυμα, αρχ. σημ.: `ναός, ιερό΄ & σημδ. αγγλ. institution, foundation, establishment, γαλλ. institution, fondation, établisse ment]
[Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας]
ίδρυμα το (ΑΜ ἵδρυμα) [ιδρύω] οικοδόμημα, κτίσμα· || (νεοελλ.) οργανισμός που έχει αγαθοεργό, επιστημονικό ή άλλον κοινωφελή σκοπό («φιλανθρωπικό ίδρυμα»)· || (αρχ.)· 1. ναός, ιερό («ἵδρυμα θεῶν», Ηρόδ.)· 2. άγαλμα («ἵδρυμα δαιμόνων», Αισχύλ.)· 3. (φρ.) (για αρχηγούς) «τὸ ἵδρυμα πόλεως»· το στήριγμα τής πόλης (Ευρ.).
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδρυματισμός ο [iδrimatizmós] Ο17 : οι επιπτώσεις που έχει πάνω στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά των τροφίμων φιλανθρωπικού ή ειδικού ιδρύματος, η παρατεταμένη διαβίωσή τους μακριά από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.
[λόγ. ιδρυματ- (ίδρυμα) -ισμός μτφρδ. αγγλ. institutionalism]
[Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας]
ιδρυματισμός ο [ίδρυμα]· (ψυχολ. -ιατρ.) το σύνολο τών σωματικών και ψυχικών εκδηλώσεων που εμφανίζονται μετά από παρατεταμένη παραμονή σε ίδρυμα περίθαλψης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. Hospitalisme < hospital «νοσοκομείο»].
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδρυματοποίηση η [iδrimatopíisi] Ο33 : το αποτέλεσμα του ιδρυματοποιώ.
[λόγ. ιδρυματοποιη- (ιδρυματοποιώ) -σις > -ση]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδρυματοποιώ [iδrimatopió] -ούμαι Ρ10.9 : κάνω κπ. να περιέλθει σε κατάσταση ιδρυματισμού.
[λόγ. ιδρυματ- (ίδρυμα) -ο- + -ποιώ απόδ. αγγλ. institutionalize]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άσυλο το [ásilo] Ο42 : 1α.τόπος απαραβίαστος λόγω του ιερού του χαρακτήρα, καταφύγιο των καταδιωκομένων: Ο ναός της Aθηνάς στη Σπάρτη ήταν ~. || χώρος στον οποίο η πολιτεία δε δικαιούται να επέμβει χωρίς ειδική άδεια: Πανεπιστημιακό ~. Tο ~ της κατοικίας είναι βασικό ατομικό δικαίωμα. β. η προστασία η οποία παρέχεται σε κπ. που διώκεται: Zητώ ~. Δίνω / προσφέρω ~ σε κπ. Πολιτικό ~, προσφέρεται από ξένη χώρα σε κπ. ο οποίος διώκεται στην πατρίδα του για πολιτικούς λόγους. || (επέκτ.): Tην ώρα της θύελλας βρήκαν ~ σε μια συστάδα δέντρων. 2. φιλανθρωπικό ίδρυμα του οποίου σκοπός είναι η περίθαλψη ατόμων που είναι ανίκανα να συντηρήσουν τον εαυτό τους: ~ για παιδιά / γέροντες / ασθενείς. ~ ανιάτων.
[λόγ.: 1: αρχ. ἄσυλον· 2: σημδ. γαλλ. asile < λατ. asylum < αρχ. ἄσυλον]
[Λεξικό Γεωργακά]
άσυλο [ásilo] το, (L) ① place providing refuge, protection or inviolability, sanctuary, asylum: ιερό, οικογενειακό, πανεπιστημιακό ~ | τους έδιωξε από την πατρίδα τους και πάνε εις τους Tούρκους να βρούνε ~ (Makryg) | η Eλβετία είναι το ~ όλων των πολιτικών εξορίστων (Athanasiadis-N) | η κατοικία του καθενός είναι ~ (Christidis EΣ) | poem δεν μπορείς να εισβάλλεις απ' τ' ανοιχτό παράθυρο | στους χώρους της ρέμβης μου, | στο απαραβίαστο άσυλό μου (Boumi-P) ⓐ protection or inviolability, asylum (near-syn ασυλία 2): πολιτικό ~ | χορηγήθηκε διπλωματικό ~ στην οργάνωση | είχαν κατηγορήσει τους καλόγερους πως δίνανε ~ στους κλέφτες (Venezis) | ο αιχμάλωτος θα ερχόταν προς το δικό τους χτήμα να ζητήσει ~ (GSaranti) ② fig institution providing care for the sick or destitute, asylum, home: ~ | ο δούκας .. αναγκάσθηκε να τον κλείσει στο ~ της Aγίας Άννας (Kanellop) | πέρασε ζωή πολυτάραχη, από πολιτεία σε πολιτεία, από ~ σε ~ (Panagiotop) | οι φυλακές είχαν καταντήσει άσυλα των τεμπέληδων (Evelpidis) ③ refuge, shelter, harbor, haven (syn καταφύγιο): τραβούσαν προς την Oμόνοια, προς τα άσυλα των ξενύχτηδων (Xenop) | πάτησαν το μοναστήρι οι Άγγλοι και κόνεψαν για καλά, για να μη γίνει ~ της ανταρσίας (Panagiotop) | το μοναστήρι αυτό .. δεν έγινε ποτέ ~ της τέχνης (Thrylos) | στα χρόνια του αγώνος το νησί έγινε ~ χιλιάδων κατατρεγμένων Eλλήνων (Varelas) [fr kath άσυλον ← postmed (Somavera) ← K (also pap) ἄσυλον, substantiv. n of AG ἄσυλος]
[Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας]
άσυλο το (AM ἄσυλον)· τόπος ιερός και απαραβίαστος· || (νεοελλ.) 1. τόπος καταφυγής των κυνηγημένων, καταφύγιο· 2. φιλανθρωπικό ή νοσηλευτικό ίδρυμα που προορίζεται για στέγαση, διατροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κ.λπ. φτωχών, αρρώστων, αναπήρων ή γερόντων· 3. (φρ.) α) «άσυλο κατοικίας» ή «οικογενειακό άσυλο»· η απαγόρευση εισόδου στην κατοικία χωρίς ή παρά τη θέληση του ενοίκου, με εξαιρέσεις όπως ορίζει ο Νόμος και παρουσία δικαστικής αρχής· β) «πολιτικό άσυλο»· το δικαίωμα που παραχωρείται σ' έναν αλλοδαπό να εισέλθει και να παραμείνει σε μια χώρα υπό όρους πιο ευνοϊκούς από αυτούς που ισχύουν για άλλους αλλοδαπούς, λόγω κυρίως της πραγματικής αδυναμίας να διαβιώσει στη χώρα της ιθαγένειάς του· γ) «πανεπιστημιακό άσυλο»· ο περιορισμός της διοίκησης να επεμβαίνει και να παίρνει αστυνομικά ή άλλα διοικητικά μέτρα στους πανεπιστημιακούς χώρους χωρίς την άδεια τών πανεπιστημιακών αρχών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουδέτερο του επιθ. άσυλος*, με χρήση ουσιαστικού].