Author Topic: αποϊδρυματοποίηση -> deinstitutionalization, de-institutionalisation  (Read 446 times)

Vasilis

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 8213
  • Gender: Male
προγράμματα αποϊδρυματοποίησης και αποασυλοποίησης

Βρίσκω και την «αποϊδρυματοποίηση» και την «αποασυλοποίηση» ως deinstitutionalization...
« Last Edit: 15 Mar, 2012, 10:39:42 by spiros »
Πλούσιος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αξίζει πολλά και όχι ο άνθρωπος που έχει πολλά. (Κ. Μαρξ)


dominotheory

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 1643
Αν μεταφράζεις κάτι και δεν συντρέχει ιδιαίτερος λόγος για να χρησιμοποιήσεις δύο διαφορετικές λέξεις, είναι ξεκάθαρο ότι είσαι εντάξει με το deinstitutionalization, δες και εδώ:

deinstitutionalization -> αποασυλοποίηση, αποϊδρυματοποίηση
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=4427.0

Vasilis

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 8213
  • Gender: Male
Re: αποϊδρυματοποίηση -> deinstitutionalization
« Reply #2 on: 15 Mar, 2012, 02:23:06 »
Έχω δει τα άλλα νήματα, αλλά δεν βρίσκω πουθενά δύο διαφορετικές λέξεις. Υπάρχει διαφορετική απόδοση για τις δύο λέξεις; Ίσως να μην υπάρχει.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 179075
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • 102094522373850556729
    • doikas
    • greektranslator
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Re: αποϊδρυματοποίηση -> deinstitutionalization
« Reply #3 on: 15 Mar, 2012, 10:35:44 »
Κατ' αρχάς, υπάρχει διαφορετικός ορισμός στα ελληνικά για τις δύο λέξεις; Πολλές φορές κάποιοι συντάκτες παίζουν με παράθεση συνώνυμων όρων χωρίς να συντρέχει ιδιαίτερος λόγος. Τα ελληνικά λεξικά δεν καλύπτουν σχεδόν καθόλου τους όρους (ή/και τα παράγωγά τους) ή τους καλύπτουν κυκλικά. Μήπως το «deinstitutionalization» καλύπτει και τις δύο έννοιες (εφόσον υπάρχει διαφορά μεταξύ τους στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα); Υπάρχουν συνώνυμοι όροι του «deinstitutionalization»; Υπάρχουν παραθετικά σχήματα δύο όρων με το «deinstitutionalization» (δηλαδή «deinstitutionalization and...» / «deinstitutionalization or...»); Βλέπω το "de-institutionalisation * de-hospitalisation" όπου εδώ, το «hospital» πιθανότατα αναφέρεται σε «psychiatric hospital». Οπότε, είναι μια πιθανή σύναψη για το κείμενό σου. Π.χ.:

New categories of institutions were established and closed during the 57 years period. De-hospitalisation started in Norway in the early 1970s, de-institutionalisation in general 15 years later.
De-institutionalisation and trans-institutionalisation - changing trends of inpatient care in Norwegian mental health institutions 1950-2007.

Deinstitutionalization is the process of replacing long-stay psychiatric hospitals with less isolated community mental health service for those diagnosed with a mental disorder or developmental disability. Deinstitutionalization can have multiple definitions; the first focuses on reducing the population size of mental institutions. This can be accomplished by releasing individuals from institutions, shortening the length of stays, and reducing both admissions and readmission. The second definition refers to reforming mental hospitals' institutional processes so as to reduce or eliminate reinforcement of dependency, hopelessness, learned helplessness, and other maladaptive behaviors.
http://en.wikipedia.org/wiki/Deinstitutionalisation

αποϊδρυματισμός (ο) διαδικασία αντιμετώπισης των συμπτωμάτων που παρουσιάζουν πρόσωπα που έχουν παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ιδρύματα (ιδρυματισμός) έχει στόχο την εξοικείωση και ομαλή ένταξή τους στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον [ΕΤΥΜ] Μεταφρ. δάνειο από αγγλ. deinstitutionalisation]  αποίητος,  -η. -ο [αρχ.]  1.  (σπάν) αυτός που δεν έχει  κατασκευαστεί
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη
« Last Edit: 15 Mar, 2012, 11:11:39 by spiros »

Vasilis

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 8213
  • Gender: Male
Το de-hospitalization είναι μια καλή λύση. Θα ρωτήσω και τον πελάτη. Έχει πρόβλημα το google σήμερα γιατί δεν μου ανοίγει;

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 179075
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • 102094522373850556729
    • doikas
    • greektranslator
    • lavagraph
    • Greek translator CV
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ίδρυμα το [íδrima] Ο49 : οργανισμός που αποτελεί ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο και έχει κάποιον κοινωφελή (φιλανθρωπικό, επιστημονικό κτλ.) σκοπό: ~ ιδιωτικού δικαίου (IΔ). ~ δημοσίου δικαίου (ΔΔ). Εκπαιδευτικό / φιλανθρωπικό ~. Aνώτατο εκπαιδευτικό ~ (AΕI), πανεπιστήμιο. || ~ Kοινωνικών Aσφαλίσεων (IKA).
[λόγ. < ελνστ. ἵδρυμα, αρχ. σημ.: `ναός, ιερό΄ & σημδ. αγγλ. institution, foundation, establishment, γαλλ. institution, fondation, établisse ment]

[Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας]
ίδρυμα το (ΑΜ ἵδρυμα) [ιδρύω] οικοδόμημα, κτίσμα· || (νεοελλ.) οργανισμός που έχει αγαθοεργό, επιστημονικό ή άλλον κοινωφελή σκοπό («φιλανθρωπικό ίδρυμα»)· || (αρχ.)· 1. ναός, ιερό («ἵδρυμα θεῶν», Ηρόδ.)· 2. άγαλμα («ἵδρυμα δαιμόνων», Αισχύλ.)· 3. (φρ.) (για αρχηγούς) «τὸ ἵδρυμα πόλεως»· το στήριγμα τής πόλης (Ευρ.).

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδρυματισμός ο [iδrimatizmós] Ο17 : οι επιπτώσεις που έχει πάνω στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά των τροφίμων φιλανθρωπικού ή ειδικού ιδρύματος, η παρατεταμένη διαβίωσή τους μακριά από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.
[λόγ. ιδρυματ- (ίδρυμα) -ισμός μτφρδ. αγγλ. institutionalism]

[Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας]
ιδρυματισμός ο [ίδρυμα]· (ψυχολ. -ιατρ.) το σύνολο τών σωματικών και ψυχικών εκδηλώσεων που εμφανίζονται μετά από παρατεταμένη παραμονή σε ίδρυμα περίθαλψης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. Hospitalisme < hospital «νοσοκομείο»].

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδρυματοποίηση η [iδrimatopíisi] Ο33 : το αποτέλεσμα του ιδρυματοποιώ.
[λόγ. ιδρυματοποιη- (ιδρυματοποιώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδρυματοποιώ [iδrimatopió] -ούμαι Ρ10.9 : κάνω κπ. να περιέλθει σε κατάσταση ιδρυματισμού.
[λόγ. ιδρυματ- (ίδρυμα) -ο- + -ποιώ απόδ. αγγλ. institutionalize]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άσυλο το [ásilo] Ο42 : 1α.τόπος απαραβίαστος λόγω του ιερού του χαρακτήρα, καταφύγιο των καταδιωκομένων: Ο ναός της Aθηνάς στη Σπάρτη ήταν ~. || χώρος στον οποίο η πολιτεία δε δικαιούται να επέμβει χωρίς ειδική άδεια: Πανεπιστημιακό ~. Tο ~ της κατοικίας είναι βασικό ατομικό δικαίωμα. β. η προστασία η οποία παρέχεται σε κπ. που διώκεται: Zητώ ~. Δίνω / προσφέρω ~ σε κπ. Πολιτικό ~, προσφέρεται από ξένη χώρα σε κπ. ο οποίος διώκεται στην πατρίδα του για πολιτικούς λόγους. || (επέκτ.): Tην ώρα της θύελλας βρήκαν ~ σε μια συστάδα δέντρων. 2. φιλανθρωπικό ίδρυμα του οποίου σκοπός είναι η περίθαλψη ατόμων που είναι ανίκανα να συντηρήσουν τον εαυτό τους: ~ για παιδιά / γέροντες / ασθενείς. ~ ανιάτων.
[λόγ.: 1: αρχ. ἄσυλον· 2: σημδ. γαλλ. asile < λατ. asylum < αρχ. ἄσυλον]

[Λεξικό Γεωργακά]
άσυλο [ásilo] το, (L) ① place providing refuge, protection or inviolability, sanctuary, asylum: ιερό, οικογενειακό, πανεπιστημιακό ~ | τους έδιωξε από την πατρίδα τους και πάνε εις τους Tούρκους να βρούνε ~ (Makryg) | η Eλβετία είναι το ~ όλων των πολιτικών εξορίστων (Athanasiadis-N) | η κατοικία του καθενός είναι ~ (Christidis EΣ) | poem δεν μπορείς να εισβάλλεις απ' τ' ανοιχτό παράθυρο | στους χώρους της ρέμβης μου, | στο απαραβίαστο άσυλό μου (Boumi-P) ⓐ protection or inviolability, asylum (near-syn ασυλία 2): πολιτικό ~ | χορηγήθηκε διπλωματικό ~ στην οργάνωση | είχαν κατηγορήσει τους καλόγερους πως δίνανε ~ στους κλέφτες (Venezis) | ο αιχμάλωτος θα ερχόταν προς το δικό τους χτήμα να ζητήσει ~ (GSaranti) ② fig institution providing care for the sick or destitute, asylum, home: ~ | ο δούκας .. αναγκάσθηκε να τον κλείσει στο ~ της Aγίας Άννας (Kanellop) | πέρασε ζωή πολυτάραχη, από πολιτεία σε πολιτεία, από ~ σε ~ (Panagiotop) | οι φυλακές είχαν καταντήσει άσυλα των τεμπέληδων (Evelpidis) ③ refuge, shelter, harbor, haven (syn καταφύγιο): τραβούσαν προς την Oμόνοια, προς τα άσυλα των ξενύχτηδων (Xenop) | πάτησαν το μοναστήρι οι Άγγλοι και κόνεψαν για καλά, για να μη γίνει ~ της ανταρσίας (Panagiotop) | το μοναστήρι αυτό .. δεν έγινε ποτέ ~ της τέχνης (Thrylos) | στα χρόνια του αγώνος το νησί έγινε ~ χιλιάδων κατατρεγμένων Eλλήνων (Varelas) [fr kath άσυλον ← postmed (Somavera) ← K (also pap) ἄσυλον, substantiv. n of AG ἄσυλος]

[Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας]
άσυλο το (AM ἄσυλον)· τόπος ιερός και απαραβίαστος· || (νεοελλ.) 1. τόπος καταφυγής των κυνηγημένων, καταφύγιο· 2. φιλανθρωπικό ή νοσηλευτικό ίδρυμα που προορίζεται για στέγαση, διατροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κ.λπ. φτωχών, αρρώστων, αναπήρων ή γερόντων· 3. (φρ.) α) «άσυλο κατοικίας» ή «οικογενειακό άσυλο»· η απαγόρευση εισόδου στην κατοικία χωρίς ή παρά τη θέληση του ενοίκου, με εξαιρέσεις όπως ορίζει ο Νόμος και παρουσία δικαστικής αρχής· β) «πολιτικό άσυλο»· το δικαίωμα που παραχωρείται σ' έναν αλλοδαπό να εισέλθει και να παραμείνει σε μια χώρα υπό όρους πιο ευνοϊκούς από αυτούς που ισχύουν για άλλους αλλοδαπούς, λόγω κυρίως της πραγματικής αδυναμίας να διαβιώσει στη χώρα της ιθαγένειάς του· γ) «πανεπιστημιακό άσυλο»· ο περιορισμός της διοίκησης να επεμβαίνει και να παίρνει αστυνομικά ή άλλα διοικητικά μέτρα στους πανεπιστημιακούς χώρους χωρίς την άδεια τών πανεπιστημιακών αρχών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουδέτερο του επιθ. άσυλος*, με χρήση ουσιαστικού].
« Last Edit: 15 Mar, 2012, 11:11:59 by spiros »


dominotheory

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 1643
Όσον αφορά το dehospitalization, νομίζω καλό είναι να γίνει μια αναφορά στην απονοσοκομειοποίηση, που έχει χρησιμοποιηθεί τόσο στη Βουλή όσο και σε εξειδικευμένα (αλλά όχι μόνο) κείμενα, με την παρακάτω έννοια:

Πολύ σπάνια ωστόσο η αποϊδρυματοποίηση συνδέθηκε με τη χειραφέτηση των εγκλείστων, με ουσιαστική κοινωνική ένταξη, με πλήρη αναγνώριση και υλική κατοχύρωση των δικαιωμάτων. Συνηθέστερα, πήρε τη μορφή της διαδικασίας απλών εξιτηρίων, χωρίς καμία φροντίδα για θεραπευτική, συναισθηματική και υλική στήριξη μέσα στην κοινωνία. Ετσι ο άνθρωπος-αντικείμενο του ασύλου μετατρέπεται σε άνθρωπο-αντικείμενο του κοινωνικού περιθωρίου.

«Αυτή η πρακτική», συνεχίζει ο κ. Μεγαλοοικονόμου, «που είναι ορθότερο να την αποκαλούμε απονοσοκομειοποίηση, σε αντιδιαστολή με την αποϊδρυματοποίηση, ήταν διακριτικό γνώρισμα του ριγκανισμού από την εποχή που ο Ρίγκαν ήταν κυβερνήτης της Καλιφόρνιας τη δεκαετία του '60 και συνδέθηκε με την αναδιάρθρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και την περιστολή των δημοσίων δαπανών.
http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=110063


Και δύο παρατηρήσεις:
α) Στη συγκεκριμένη χρήση, το ίδρυμα είναι υπερώνυμο και περιέχει την έννοια του ασύλου.
β) Απ' ό,τι φαίνεται, σε σχετικά κείμενα, η αναφορά σε ίδρυμα έχει να κάνει με οργανωμένο χώρο και σύστημα υποδοχής και διαβίωσης ανθρώπων, ενώ η αναφορά σε άσυλο παραπέμπει περισσότερο σε απομονωμένο χώρο προστασίας (συχνά, με πολύ αρνητικές συνδηλώσεις), σε αντιδιαστολή με τη διαβίωση εντός της ευρύτερης κοινότητας.
Θέλω να πω ότι, πιθανόν, κάποιες φορές, η αποϊδρυματοποίηση να αναφέρεται στη γενικότερη διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες, ενώ η αποασυλοποίηση παραπέμπει, πιο στενά, στις διαδικασίες εκείνες που θα οδηγήσουν τα άτομα που έχουν υποστεί ιδρυματισμό στην επανένταξη στο κοινωνικό περιβάλλον.

« Last Edit: 15 Mar, 2012, 16:36:32 by dominotheory »

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 179075
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • 102094522373850556729
    • doikas
    • greektranslator
    • lavagraph
    • Greek translator CV