άδραγμα -> grasp, grasping, seizure, hold, clutch, grip, holdfast, gripeάδραγμα [á∂raγma] το, region. grasping, seizure, hold, clutch (syn αδραξιά 1, άρπαγμα, γράπωμα, δράξιμο, πιάσιμο): με το άδραγμα του έσκισε το ρούχο | prov κατά το βάρος του σακκιού και τ' άδραγμά του behavior is conditioned by the other fellow's behavior | σύνθημά του γίνεται ... ζωή και δράση, όχι αμέτοχη, ουδέτερη αντικειμενικότητα παρά ολόψυχο άδραγμα (Theodoridis) [der of αδράχνω]
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Γεωργακά