in need, in dire straits, in a difficult position, facing difficulties, factual, to the point, thorough, detailed, well thought-out
εμπερίστατος, -η, -ο [1897] (λόγ.) 1. εμπεριστατωμένος 2. αυτός που έχει εμπλακεί σε εργασίες ή βρίσκεται σε δύσκολη θέση.
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη
εμπεριστατωμένος -η -ο [emberistatoménos] Ε3 : που τον έχουν επεξεργαστεί με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια, και από κάθε άποψη: Εμπεριστατωμένη μελέτη / έρευνα / παρουσίαση / απόδειξη. Εμπεριστατωμένες απόψεις / προτάσεις. Εμπεριστατωμένα επιχειρήματα / συμπεράσματα. Εμπεριστατωμένη ομιλία. Εμπεριστατωμένο άρθρο. Εμπεριστατωμένη παρουσίαση. εμπεριστατωμένα & (λόγ.) εμπεριστατωμένως ΕΠIΡΡ με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια και από κάθε άποψη: Ερεύνησε ~ το όλο θέμα.
[λόγ. < μππ. του ελνστ. ρ. ἐμπεριστατῶ `περικλείω΄ μτφρδ. γερμ. umständlich `υπερβολικά λεπτομερειακός΄, με βάση την αντιστοιχία: ελνστ. περιστατοῦμαι `περιβάλλομαι από (βαριεστισμένο) πλήθος΄ - γερμ. umstanden werden· λόγ. εμπεριστατωμέν(ος) -ως]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη