Author Topic: συνεννόηση, συννενόηση ή συνενόηση; -> συνεννόηση  (Read 10698 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 209999
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • 102094522373850556729
    • doikas
    • greektranslator
    • lavagraph
    • Greek translator CV
συνεννόηση, συννενόηση ή συνενόηση; -> συνεννόηση

Σωστά... για παρηγοριά έπρεπε να αναζητήσεις τη συ-ν-νενόηση... (θεωρώ γρουσουζιά να βάλω το λινκ...)

συνεννόηση η [sinenóisi] O33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνεννοούμαι. 1α. συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων για να αποφασιστεί κτ.: Tο δημόσιο βρίσκεται / ήρθε σε ~ με ξένες εταιρείες. Oι συνεννοήσεις που έγιναν μεταξύ εργατών και εργοδοσίας δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Tην περίμενα το πρωί, έγινε όμως κακή ~ και εκείνη ήρθε το απόγευμα. Ύστερα από ~ / κατόπιν συνεννοήσεως με τους προϊσταμένους του ανέλαβε την τακτοποίηση του ζητήματος. β. η κατάσταση που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα άτομα όταν αυτά έχουν τις ίδιες ιδέες, απόψεις ή αντιλήψεις ή όταν ο καθένας προσπαθεί να καταλάβει και να δεχτεί τις διαφορετικές αντιλήψεις του άλλου: Όταν υπάρχει ~ στην οικογένεια, λύνονται όλα τα προβλήματα. H ~ μεταξύ των λαών προάγει τις καλές σχέσεις. 2α. δυνατότητα ακουστικής επικοινωνίας: Mε τόσο θόρυβο η ~ είναι δύσκολη. β. δυνατότητα επικοινωνίας με τη χρήση του λόγου ή άλλου εκφραστικού μέσου: H ~ στο εξωτερικό είναι δύσκολη, αν δε μιλάς ξένες γλώσσες.   [λόγ. συνεννοη- (συνεννοούμαι) -σις > -ση]
ΛΚΝ