Author Topic: Γιάννης Ρίτσος  (Read 132640 times)

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Παραμονές ήλιου (VIII)
« Reply #30 on: 03 Mar, 2009, 23:11:42 »
[Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)]

Γιάννης Ρίτσος, Παραμονές ήλιου

VIII


Δω πέρα σταματούν τα μάτια παραπλανημένα από δυο σύγνεφα.
Ακούγονται φωνές. Ένα παιδί ζητάει ψωμί.
Χτυπάει μια πόρτα. Κι άλλη. Μια ντουφεκιά.
Μια μάνα τρέχει ξεχτένιστη στα χωράφια. Τι περιμένεις;
Τ' αλέτρι μπήγεται στο χώμα. Η σφαίρα τούτη για το θάνατο.
Για τίποτα δεν μετανιώσαμε. Ένα τριαντάφυλλο έβαψε στο αίμα το μαντήλι του
και χαιρετάει τον κόσμο που μας θέλει και τον θέλουμε.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:03:47 by wings »


and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Μύθος
« Reply #31 on: 05 Mar, 2009, 21:51:51 »
[Από τη σειρά Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου (1938-1941)]

Γιάννης Ρίτσος, Μύθος

Τη νύχτα ανάψαμε τα λαδοφάναρα
και πήραμε τους δρόμους ρωτώντας τους διαβάτες.

Φορούσε, λέγαμε, ένα φόρεμα
στο χρώμα κάθε ονείρου. Δεν την είδατε;
Φορούσε δυο γαλάζια σκουλαρίκια.

Κανένας δεν την είχε δει. Μόνο στην ακρινή καλύβα
η μάνα η γριά τού ξυλοκόπου τέντωσε το δάχτυλο
κι έδειξε πίσω απ' τα δέντρα το ποτάμι.

Και κάτου αναβοσβήναν δυο γαλάζια αστέρια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:04:11 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Παραδοχή
« Reply #32 on: 07 Mar, 2009, 18:00:59 »
[Από τη σειρά Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου (1938-1941)]

Γιάννης Ρίτσος, Παραδοχή

Νικημένος απ' το γαλάζιο
με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα της σιωπής
πεθαμένος από ζωή
πεθαμένος από νιότη
βουλιαγμένος κάτου απ' τη φωτιά του
με το φύκι σαλεύοντας στη μασκάλη του-

Το κύμα της μέρας δεν εύρισκε αντίσταση
μήτε σ' ένα χαλίκι της σκέψης του.

Είταν έτοιμος πια για τον έρωτα
και για το θάνατο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:04:36 by wings »


and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Η τελευταία Π.Α. εκατονταετία (1942)]

Γιάννης Ρίτσος, Η τελευταία Π.Α. εκατονταετία  (Απόσπασμα)


[...]

Μεγάλα κάτασπρα επίπεδα. Τετράγωνες ταράτσες. Μεγάλη ασβεστωμένη
κάτοψη. Και τα τετράγωνα χωράφια πράσινα καστανά και κίτρινα
μες στη λιακάδα. Έμπαινε η άνοιξη. Και οι καμινάδες
σα δάχτυλα χοντρά μαυρισμένα απ' τα πολλά τσιγάρα
σε μεγάλες αγρύπνιες δουλειάς - δείχναν κάπου ψηλά πίσω απ' τα σύγνεφα.

Ένα παράθυρο ανοίγει. Κ' ένα άλλο. Αυτός σκουπίζει τον ιδρώτα του.
Καλημέρα -είπε. Καλημέρα. Ζέστη σήμερα. Μεγάλη ασβεστωμένη κάτοψη.

Κι η πινακίδα -ξύλινη τετράγωνη- αυτό όλο-όλο -είπε, τίποτ' άλλο-
στη διασταύρωση εκεί: «Από δω προς τον ήλιο». Μεθαύριο
που θα περνάνε μες στον ήλιο με σημαίες κ' εργαλεία
μπορεί και κάποιος να σταθεί μια σύντομη στιγμή και να ρωτήσει:
«Ποιος νάγραψε με τόσο αδέξια γράμματα τούτη την πινακίδα;»
και κάποιος άλλος ίσως να θυμάται και να πει
«Ο Γιάννης Ρίτσος-ποιητής τής τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 24 Nov, 2013, 16:15:45 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Αγρύπνια (1941-1953)]

Γιάννης Ρίτσος, Σιωπηλή εποχή (απόσπασμα)

[…]

Είναι δικά μας όλα τούτα που άφησαν έξω απ' την πόρτα τους οι κλειδωμένοι άνθρωποι
το χουγιατό τού αγέρα στις σκοτεινές κάμαρες
η μουσική που κατεβαίνει σε μεγάλα κύματα χτυπώντας τα παραθυρόφυλλα
η σιωπή που ανοίγει την τσάντα της και κοιτάζεται στο τετράγωνο καθρεφτάκι της
κι αυτή που τυλίγεται σε μια στρατιωτική κουβέρτα πάνου στο μουράγιο
κι αποκοιμιέται δίπλα στο ταγάρι της.

Είσαι και συ που ανάβεις το τσιγάρο σου μ' ένα άστρο πάνω απ' το ήσυχο κοπάδι τής ψυχής σου
σαν το σκοπό που αγρυπνάει πάνω απ' το κοιμισμένο στράτευμα
να συλλογιέται μια γυναίκα
τη θάλασσα
την πολιτεία με τις σημαίες
τις σάλπιγγες
τη σκόνη τού ήλιου και τη δόξα των ανθρώπων.

Κ' είναι στο πλάι σου -το ξέρεις-
ετούτο το μεγάλο χαμόγελο
σαν το στρογγυλό ξυπνητήρι πλάι στον ύπνο τού εργάτη.
Καιρός να κοιμηθούμε λίγο. Μη φοβάσαι.
Κουρντισμένο καλά. Θα σε ξυπνήσει στην ώρα σου,
με το κουβά τής αυγής που ανεβάζει το νερό απ' το πηγάδι
με το σύρσιμο μιας προκήρυξης που ρίχνει αθόρυβα το φως
κάτου απ' τη πόρτα τής σιωπής σου. Νάσαι σίγουρος. Θα σε ξυπνήσει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Β' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 24 Nov, 2013, 16:16:04 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Αγρύπνια (1941-1953)]

Γιάννης Ρίτσος, Η βάρδια τού αποσπερίτη

7. Κλειδωμένη πόρτα


Πικρό-πικρό το Σαββατόβραδο της γειτονιάς, όταν στρίβει στη γωνιά η ρομβία
και μένουν κάτι νότες στο δρόμο με τα λασπόνερα
σαν τα μουσκεμένα ξυλοπάπουτσα στον κοινό διάδρομο της προσφυγικής παράγκας.
Οι ώρες του δειλινού είναι μετρημένες με κείνο το παλιό ρολόι
που τόχαμε κλείσει βιαστικά στην κασέλα τής πεθαμένης
ανάμεσα στα μάλλινα αποφόρια. Τα μεσάνυχτα μας είχε ξυπνήσει
το ξυπνητήρι, παίζοντας τη γνωστή βραχνή μαζούρκα του-
είταν σαν ένα παιδί θαμμένο ζωντανό
που χτυπούσε με τα μικρά του χέρια το κλεισμένο φέρετρο. Πολύ μας φόβιζαν σαν είμαστε παιδιά
οι λαμπάδες κ' οι μωβ κορδέλες με τα χρυσά γράμματα
γι' αυτό είμαστε λυπημένοι κάθε που βράδιαζε
γιατί τα δειλινά πάνου απ' το μπαλκόνι τού σπιτιού μας, στο νησί,
είταν σα μωβ κορδέλες. Κι ο ύπνος μας φόβιζε
σαν κάποιος μας κλείδωνε και να μην είχαμε μεις τα κλειδιά.
Κι αν ξέχναγαν να μας ανοίξουν κι αν δε μπορούσαμε να μιλήσουμε σαν τη γριά Ρακέν;
Μα ακούγαμε που κουβεντιάζαν οι μεγάλοι στην τραπεζαρία,
και κάτου απ' την πόρτα είταν πεσμένο ένα κομμάτι φως τής λάμπας. Δεν φοβόμασταν τότε.
Τώρα ο ίδιος ο Δήμαρχος, λέει,
βγήκε να παραδώσει τα κλειδιά τής πόλης.
Μην περιμένεις πια να σ' ανοίξουν. Πρέπει μονάχος να νοιαστείς.
Πρέπει να σπάσουμε την πόρτα. Θα τα καταφέρουμε.
Γιατί η αγάπη μας είναι πιο πολλή απ' τη μοναξιά μας.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Β' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:08:03 by wings »


and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη (I)
« Reply #36 on: 16 Mar, 2009, 19:03:38 »
[Από τη σειρά Αγρύπνια (1941-1953)]

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη

I


Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος τής μάντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέστη τού ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους.

Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γένια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές τ'ξς πλατείας
από τις τρύπες τού πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε -
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες τού ορίζοντα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Β' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:09:53 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 57271
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη (1ο μέρος)




Διαβάζει ο ποιητής.

Κιθάρα: Νότης Μαυρουδής
« Last Edit: 01 Feb, 2013, 17:16:26 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 57271
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Όταν σφίγγουν το χέρι

Πρώτη εκτέλεση από το δίσκο «Ρωμιοσύνη» (1966) με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης

Όταν σφίγγουν το χέρι

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γένεια τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.






Ρωμιοσύνη (1966)

Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με ένα δίσκο, αλλά με ένα έργο-σύμβολο στην καλλιτεχνική και - γιατί όχι; - πολιτική ιστορία της χώρας μας. Τι σχόλιο να κάνω και τι να γράψω για μιαν από τις σημαντικότερες δημιουργίες του Μίκη Θεοδωράκη και του Γιάννη Ρίτσου, η οποία είχε την τύχη να ερμηνευτεί από τον αξεπέραστο Γρηγόρη Μπιθικώτση;

Και μόνο το γεγονός ότι τη νύχτα της 16ης προς 17η Νοεμβρίου του 1973 από τα μεγάφωνα και το ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου ακούγονταν συνεχώς το «Σώπα όπου να 'ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» και το «Όταν σφίγγουν το χέρι», φτάνει και περισσεύει για να καταδείξει την αξία αυτού του πραγματικά ανεκτίμητου έργου, το οποίο αποτελεί εθνική κληρονομιά και για τη δική μας, αλλά και για τις επόμενες γενιές.



Η ιστορία της «Ρωμιοσύνης» έχει ως εξής: Ο Ρίτσος είχε διαλέξει κάποια αποσπάσματα από τη συλλογή «Αγρύπνια» και τα είχε δώσει σε γυναίκες πολιτικών κρατουμένων, οι οποίες με τη σειρά τους τα πήγαν στον Θεοδωράκη. Ωστόσο, εκείνος δεν τους έδωσε ιδιαίτερη σημασία κι έμειναν για καιρό στην αφάνεια μέχρι την ημέρα των Θεοφανείων του 1966. Τότε ο συνθέτης ως βουλευτής της ΕΔΑ είχε παραστεί στην κατάδυση του Τιμίου Σταυρού στον Πειραιά, όπου έγιναν μεγάλα επεισόδια και ο ίδιος χτυπήθηκε βάναυσα.

Σε κακή κατάσταση επέστρεψε στο σπίτι του και για να αποφύγει τους δικούς του που σίγουρα θα τρόμαζαν βλέποντάς τον γεμάτο λάσπες κι αίματα, κάθισε στο πιάνο. Εκεί πάνω βρίσκονταν τα χαρτιά με τα ποιήματα της «Ρωμιοσύνης» που για καιρό ήταν χαμένα. Με την πρώτη ανάγνωση του «Αυτά τα δέντρα», άρχισε αμέσως να συνθέτει το έργο και το τελείωσε επί τόπου, λίγη ώρα αργότερα.

Για ερμηνευτή δε θα μπορούσε να επιλέξει κανέναν άλλο παρά μόνο τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο οποίος ήδη είχε τραγουδήσει σχεδόν όλους τους κύκλους τραγουδιών του συνθέτη και σχεδόν είχε ταυτιστεί μαζί του. Ο αείμνηστος «Σερ» χρειάστηκε αρκετό καιρό για να μπορέσει να μπει στο νόημα και δυσκολεύτηκε πολύ, όμως τελικώς τα κατάφερε και μας χάρισε ίσως τη συγκλονιστικότερη ερμηνεία που έγινε ποτέ σε μουσικό έργο στη χώρα μας. Θα πρέπει όλοι όσοι θέλουν να ασχοληθούν με το επάγγελμα να την ακούσουν και να πάρουν μαθήματα...

Η πρώτη παρουσίαση έγινε στο θέατρο «Κεντρικόν» λίγο πριν το Πάσχα του 1966 και η υποδοχή ήταν κάτι παραπάνω από ενθουσιώδης, ενώ στη συνέχεια κυκλοφόρησε και ο δίσκος. Η παρουσίαση κλείνει εδώ, αφού πιστεύω ότι κάθε άλλο σχόλιο είναι περιττό. Θα προσθέσω μόνον ότι μετά τη μεταπολίτευση που επανακυκλοφόρησε έπειτα από την απαγόρευση του Θεοδωράκη για επτά χρόνια, έγινε χρυσός σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.

Τα τραγούδια του δίσκου:

   1. Αυτά τα δέντρα
   2. Όλοι διψάνε
   3. Όταν σφίγγουν το χέρι
   4. Τόσα χρόνια
   5. Μπήκαν στα σίδερα
   6. Δέντρο το δέντρο
   7. Ποιος να το πει
   8. Θα σημάνουν οι καμπάνες
   9. Τραβήξανε ψηλά

Πηγή: http://vinylmaniac.madblog.gr/note/3879/%CE%9C%CE%99%CE%9A%CE%97%CE%A3-%CE%98%CE%95%CE%9F%CE%94%CE%A9%CE%A1%CE%91%CE%9A%CE%97%CE%A3%CE%93%CE%99%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3-%CE%A1%CE%99%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3-
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:12:26 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 57271
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Ρωμιοσύνη

1. Αυτά τα δέντρα
2. Όλοι διψάνε
3. Όταν σφίγγουν το χέρι

Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης





« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:13:44 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 57271
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη (2ο μέρος)




Διαβάζει ο ποιητής.

Κιθάρα: Νότης Μαυρουδής
« Last Edit: 01 Feb, 2013, 17:17:32 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη (III)
« Reply #41 on: 21 Mar, 2009, 20:27:49 »
[Από τη σειρά Αγρύπνια (1941-1953)]

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη

III


Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι τού ματιού μας -
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας που σηκώνουμε πάντα στη ράχη,
σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ' το γόνα τού μεσημεριού
οι άνθρωποι παν μπροστά απ' τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια μπρος απ' τα σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει τα φτερά του στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ' άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ' άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ' τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ' το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Το ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι αψύς κει πάνου.

Όταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία τής δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα τής ακρογιαλιάς
ανηφορίζουν ως εδώ οι γριές απ' τα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στη Μεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα
κάθουνται και μετράν τ' αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά ασημένια τους κουταλοπήρουνα
κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογγίτικο μπαρούτι.

Ναι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα στη θηλειά τους
όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει να ξεκολλήσει πάνου απ' το πικρό του μάτι.
Από βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι αλισφακιά.

Αχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές τής θύμησης
Αχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν καψούλι
Αχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιάκουρα
θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον αγέρα
και θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει τσάμικο καταμεσής στην τάπια
και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα μπαλκόνια
αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ' τη Μεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος
κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
Ήρθε η ώρα, λέει. Nάσαστε έτοιμοι.
Κάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Β' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:15:56 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη (IV)
« Reply #42 on: 24 Mar, 2009, 20:53:53 »
[Από τη σειρά Αγρύπνια (1941-1953)]

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη

IV


Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά τού ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ' ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Από δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ' αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ' αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό - για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία, μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδούνιζαν τα γυαλικά στα ράφια.

A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια -
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι τού φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας - αίμα τους - πώς μύριζε το χώμα -
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ' αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ' το χώμα
κ' οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ' το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί - προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας - δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Β' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:17:05 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 57271
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Θα σημάνουν οι καμπάνες



Ερμηνεύει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:18:23 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 57271
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Ρωμιοσύνη

1. Τόσα χρόνια
2. Μπήκαν στα σίδερα
3. Δέντρο το δέντρο

Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης


« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:19:50 by wings »