Μερικά γλωσσικά:
Η αγγλική λέξη που αντιστοιχεί στην έκρηξη (εκ+ρήξη) είναι το eruption.
Η ελληνική λέξη που αντιστοιχεί στο explosion είναι η έκκρουση. Το explosion προέρχεται από το λατινικό explodo ή explaudo (που σήμαινε "διώχνω από τη σκηνή με παλαμάκια") κι αυτό από το plodo ή plaudo, κρούω (από αυτό και το αγγλικό applause).
Στα ελληνικά έχουμε την ίδια λέξη για το explosion of a bomb και το eruption of a volcano. Έκρηξη.
Διαφοροποιεί η ηφαιστειολογία ανάμεσα σε διαφορετικές εκρήξεις:
There are many different kinds of volcanic activity and eruptions: phreatic eruptions (steam-generated eruptions), explosive eruption of high-silica lava (e.g., rhyolite), effusive eruption of low-silica lava (e.g., basalt), pyroclastic flows, lahars (debris flow) and carbon dioxide emission. (
Wikipedia)
Στο γλωσσάρι που ανέφερα, η explosive eruption δίνεται απλώς σαν "έκρηξη".
Αν δεν ικανοποιεί στο κείμενο η "βίαιη έκρηξη" και απαιτείται ορολογία, η μόνη πρόταση που μπορώ να κάνω για να διακρίνουμε ανάμεσα σε explosive eruption και effusive eruption είναι η έκρηξη και η έκχυση ή η "εκρηκτική φάση" και η "εκχυτική φάση".