Author Topic: απίσχναση ή απίσχνανση -> απίσχνανση  (Read 6907 times)

user

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 224
χαίρετε

απίσχναση ή απίσχνανση ?

thanks
« Last Edit: 31 Oct, 2010, 15:46:57 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 216973
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • 102094522373850556729
    • doikas
    • greektranslator
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Από το αρχαίο «απ-ισχναίνω».

απίσχνανση η (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹ από + ισχνός = αδύνατος, λεπτός]
αδυνάτισμα, λέπτυνση αντίθετα: πάχυνση, χόντρεμα
(ιατρ.) βαθμιαίο αδυνάτισμα του σώματος λόγω ασθένειας, στερήσεων ή δίαιτας: "ο γιατρός είπε ότι η αρρώστιά του θα οδηγήσει το σώμα του σε συνεχή απίσχνανση".
http://www.livepedia.gr/index.php/%CE%91%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%87%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%B7
« Last Edit: 31 Oct, 2010, 15:50:55 by spiros »

evdoxia

  • Translator | Proofreader | Merenta
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 2020
  • Gender: Female
    • /pages/40dots/770703686322079
    • 118113807842955905439/about
    • /40dots
    • 40dots
    • 40dots
(η) ουσ.  (Κ απίσχνανσις, -εως) λέπτυνση του σώματος, αδυνάτισμα
ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ _ ΦΥΤΡΑΚΗΣ
Help me be a better professional by giving me back my revised translation, client!


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 216973
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • 102094522373850556729
    • doikas
    • greektranslator
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Ομοίως, λέμε «πάχυνση» και όχι «πάχυση».

valeon

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 13666
  • Gender: Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
    • ΕΛΕΤΟ
Τα ρήματα με κατάληξη -αίνω  δίνουν παράγωγο ουσιαστικό σε -ανση (ψάξτε στο ΛΚΝ με: %ανση)
Τα ρήματα με κατάληξη -ύνω  δίνουν παράγωγο ουσιαστικό σε -υνση (ψάξτε στο ΛΚΝ με: %υνση) και θα βρείτε πολλά.

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 216973
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • 102094522373850556729
    • doikas
    • greektranslator
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Σωστό. Π.χ. υφαίνω -> ύφανση.