σουνέτι → circumcision

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836585
    • Gender:Male
  • point d’amour
σουνέτι → circumcision

(παρωχημένο) (λαϊκότροπο) περιτομή
Είχε τουρκέψει κάτω από βία, τόν καιρό τής άτυχης έκείνης επανάστασης τού 1770, τούρκεμα” κανονικό μέ «σουνέτι» (περιτομή) άπό Τούρκο παπά (Χότζα).
Αυτός και η οικογένειά του είχαν σήμερα μεγάλη γιορτή, ίσως τη μεγαλύτερη που μπορούσε να έχει ένα τούρκικο σπίτι: ο μικρός του γιος θα έκανε το σουνέτι.
σουνέτι - Βικιλεξικό


 

Search Tools