William Butler Yeats, Ephemera (Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς: Εφήμερα, μετάφραση: Κρυσταλλία Κατσαρού)


  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 8996
    • Gender:Female
William Butler Yeats, Ephemera (Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς: Εφήμερα, μετάφραση: Κρυσταλλία Κατσαρού)

William Butler Yeats

'YOUR eyes that once were never weary of mine
Are bowed in sorrow under pendulous lids,
Because our love is waning.'
And then She:
'Although our love is waning, let us stand
By the lone border of the lake once more,
Together in that hour of gentleness
When the poor tired child, passion, falls asleep.
How far away the stars seem, and how far
Is our first kiss, and ah, how old my heart!'
Pensive they paced along the faded leaves,
While slowly he whose hand held hers replied:
'Passion has often worn our wandering hearts.'
The woods were round them, and the yellow leaves
Fell like faint meteors in the gloom, and once
A rabbit old and lame limped down the path;
Autumn was over him: and now they stood
On the lone border of the lake once more:
Turning, he saw that she had thrust dead leaves
Gathered in silence, dewy as her eyes,
In bosom and hair.
'Ah, do not mourn,' he said,
'That we are tired, for other loves await us;
Hate on and love through unrepining hours.
Before us lies eternity; our souls
Are love, and a continual farewell.'
Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (μετάφραση: Κρυσταλλία Κατσαρού)

«Τα μάτια σου που κάποτε ποτέ δεν αποκάμανε να βλέπουν τα δικά μου
Υποκλίνονται θλιμμένα κάτω από βλέφαρα γερμένα
Γιατί στη χάση της η αγάπη μας είναι»
Και τότε μίλησε Αυτή:
«Κι ας είναι η αγάπη μας στη χάση, έλα κοντά
Στο μονάχο σύνορο της λίμνης να σταθούμε άλλη μια φορά
Οι δυό μαζί την ώρα εκείνη της γαλήνης
Την ώρα που το αποκαμωμένο αυτό παιδί, το Πάθος, αποκοιμιέται
Πόσο τ’ αστέρια φαντάζουν μακρινά
Πόσο το πρώτο μας φιλί
Και, αχ, πόσο η καρδιά μου γηραιή!»
Σκεφτικοί στα ξεθωριασμένα φύλλα ανάμεσα βημάτιζαν
Όταν αργά αυτός, στο χέρι του κρατώντας το δικό της, αποκρίθηκε:
«Δεν είναι λίγες οι φορές που το πάθος έχει φθείρει τις πλανόδιες καρδιές μας»
Τα δέντρα τους τριγύριζαν και τα κιτρινισμένα φύλλα,
Αχνά μετέωρα, στο σκοτάδι έπεφταν, ώσπου
Ένας γέρικος λαγός, φθαρμένος και κουτσός, το μονοπάτι τρεκλίζοντας κατηφόρισε
Στο φθινόπωρο ήταν τυλιγμένος· και για ακόμη μια φορά
Στης λίμνης το μονάχο σύνορο στάθηκαν·
Στο μέρος της σαν στράφηκε, φύλλα νεκρά
–σαν τα μάτια της δροσάτα, μες στη σιωπή μαζεμένα–
την είδε στα μαλλιά και στο στήθος της να έχει εκεί χωμένα
Της είπε τότε «Μη θρηνείς»
«Που κουρασμένοι είμαστε εμείς, γιατί μας προσμένουν αγάπες άλλες·
Μην πάψεις να μισείς κι αγόγγυστα όλες τις ώρες ν’ αγαπάς
Μπροστά μας κείται η αιωνιότητα· οι ψυχές μας
Αγάπη είναι κι ένα αδιάκοπο αντίο»

Με ειδική μνεία στον Παναγιώτη για την πολύτιμη συμβολή του.

William Butler Yeats biography, works and poetry index


Search Tools