Sailing to Byzantium (William Butler Yeats) | Πλέοντας προς το Βυζάντιο / Ταξίδι στο Βυζάντιο / Αρμενίζοντας στο Βυζάντιο (Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς)

spiros · 1 · 4805


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 849610
    • Gender:Male
  • point d’amour
Sailing to Byzantium (William Butler Yeats) | Πλέοντας προς το Βυζάντιο / Ταξίδι στο Βυζάντιο / Αρμενίζοντας στο Βυζάντιο (Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς)

THAT is no country for old men. The young
In one another's arms, birds in the trees
—Those dying generations—at their song,
The salmon-falls, the mackerel-crowded seas,
Fish, flesh, or fowl, commend all summer long
Whatever is begotten, born, and dies.
Caught in that sensual music all neglect
Monuments of unageing intellect.

An aged man is but a paltry thing,
A tattered coat upon a stick, unless
Soul clap its hands and sing, and louder sing
For every tatter in its mortal dress,
Nor is there singing school but studying
Monuments of its own magnificence;
And therefore I have sailed the seas and come
To the holy city of Byzantium.

O sages standing in God's holy fire
As in the gold mosaic of a wall,
Come from the holy fire, perne in a gyre,
And be the singing-masters of my soul.
Consume my heart away; sick with desire
And fastened to a dying animal
It knows not what it is; and gather me
Into the artifice of eternity.

Once out of nature I shall never take
My bodily form from any natural thing,
But such a form as Grecian goldsmiths make
Of hammered gold and gold enamelling
To keep a drowsy Emperor awake;
Or set upon a golden bough to sing
To lords and ladies of Byzantium
Of what is past, or passing, or to come.

Δεν είναι εκείνη χώρα για γέροντες. Οι νέοι
Αγκαλιασμένοι, πουλιά στα δέντρα,
Εκείνες οι γενιές που χάνονται ­ στο τραγούδι τους απάνω,
Κοπάδια σολωμοί, θάλασσες σκουμπριά γεμάτες,
Ψάρι, ψαχνό, ή και πτηνό, όλο το καλοκαίρι επαινούν
Ό,τι αποκτάται, γεννιέται, και πεθαίνει.
Παγιδευμένοι  στην αισθησιακή εκείνη μουσική αδιαφορούν τελείως
Για μνημεία μιας αγέραστης διάνοιας.

Ασήμαντο πράγμα είν’ ένας γέρος άνθρωπος,
Κουρελιασμένο σακάκι επάνω σε μπαστούνι, εκτός αν
Η ψυχή χειροκροτά και τραγουδά, και τραγουδά πιο δυνατά
Για κάθε κουρέλι μέσα στο θνητό του ένδυμα,
Ούτε ωδείο δεν υπάρχει, αλλά σχολή μελέτης
Μνημείων του δικού της μεγαλείου∙
Κι έτσι ταξίδεψα τις θάλασσες και ήρθα
Στην άγια πόλη του Βυζαντίου.

Ω, σοφοί που στέκεστε μέσα στην άγια του Θεού φωτιά
Σαν στο χρυσό μωσαϊκό ενός τοίχου,
Ελάτε απ’ την άγια τη φωτιά, περάστε γύρω,
Και της ψυχής μου γίνετε οι μουσουργοί.
Αρπάξτε την καρδιά μου∙ την άρρωστη από πόθο
Και δεμένη πάνω σ’ ένα ζώο ετοιμοθάνατο
Τι είναι δε γνωρίζει∙ και πάρτε με
Μες στη νοθεία της αιωνιότητας.

Και όταν πια δε θα ‘μαι μες στη φύση ποτέ δε θ’ αφαιρέσω
Το σχήμα μου το υλικό από κανένα πράγμα φυσικό,
Εκτός από ένα τέτοιο σχήμα σαν αυτό που χρυσοχόοι Έλληνες δημιουργούν
Από χρυσάφι δουλεμένο και χρυσό σμάλτο
Για να κρατάει ξύπνιο ένα νυσταλέο Αυτοκράτορα∙
Ή πάνω σε χρυσό κλωνάρι θρονιασμένος να τραγουδήσω
Σ’ άρχοντες κι αρχόντισσες του Βυζαντίου
Για ό,τι πέρασε, ή περνά, ή ό,τι πρόκειται να ρθει

Αυτή δεν είναι χώρα για τους γέρους.
Αγκαλιασμένοι νέοι, πουλιά στα δέντρα
- ετούτες οι φθαρτές γενιές - γεμάτες
με ψάρια, θάλασσες, θηράματα και σάρκες
υμνούν ό,τι γεννιέται και πεθαίνει κι όλοι,
στην μουσική πιασμένοι των αισθήσεων,
του αγέραστου νου τα μνημεία καταφρονούνε..
Για αυτό ταξίδεψα στις θάλασσες και πήγα
στην Άγια πολιτεία του Βυζαντίου.
Σοφοί στην Άγια μέσα φλόγα του Θεού,
σαν τα χρυσά ψηφιδωτά του τοίχου,
βγείτε απ' την Άγια φλόγα και στροβιλιστείτε,
και μουσικοδιδάσκαλοι γενείτε της ψυχής μου.
Κάψτε την άρρωστη απ' τους πόθους της καρδιά μου,
και στο θνητό και τ' άγνωστό της ζώο δεμένη,
και συγκεντρώστε με όλον
μες στο τεχνούργημα της αιωνιότητας.
Κι έξω απ' τη φύση, δεν θα ξαναπάρω
από τη φύση την ενσώματη μορφή μου
αλλά μορφή καθώς αυτές που φτιάχνουν
οι Έλληνες χρυσοχόοι με μάλαμα και σμάλτο
για να κρατήσουν ξύπνιο κάποιον βασιλέα·
ή βάζουν σε χρυσό κλαδί να τραγουδήσει
στους άρχοντες και τις κυρίες του Βυζαντίου
για αυτά που πέρασαν, περνούνε και θα 'ρθούνε

"Sailing to Byzantium" is a poem by William Butler Yeats, first published in the 1928 collection The Tower. It comprises four stanzas in ottava rima, each made up of eight ten-syllable lines. It uses a journey to Constantinople (Byzantium) as a metaphor for a spiritual journey. Yeats explores his thoughts and musings on how immortality, art, and the human spirit may converge. Through the use of various poetic techniques, Yeats's "Sailing to Byzantium" describes the metaphorical journey of a man pursuing his own vision of eternal life as well as his conception of paradise.

Index of world poetry| World poetry translated into Greek
« Last Edit: 24 Apr, 2012, 08:15:29 by Frederique »


Search Tools