rule-based → βάσει κανόνων, που βασίζεται σε κανόνες, που διέπεται από κανόνες, με βάση κανόνες, βασιζόμενος σε κανόνες, βασιζόμενη σε κανόνες, βασιζόμενο σε κανόνες, κανονοπαγής, κανονοτελής, ευνομούμενος

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 834292
    • Gender:Male
  • point d’amour
rule-based → βάσει κανόνων, που βασίζεται σε κανόνες, που διέπεται από κανόνες, με βάση κανόνες, βασιζόμενος σε κανόνες, βασιζόμενη σε κανόνες, βασιζόμενο σε κανόνες, κανονοπαγής, κανονοτελής, ευνομούμενος
rules-based


 

Search Tools