ἑξάμιτον -> hexamitum, xamitum, samitum, hexamitus, samitus

wings · 2 · 3070

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72436
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Translations for: Velvet

Français (French)
velours, de velours, en velours

Deutsch (German)
n. - Samt, Bast
adj. - Samt-

Ελληνική (Greek)
n. βελούδο adj. βελούδινος, βελουδένιος, (μτφ.) απαλός (στην αφή)
Answers - The Most Trusted Place for Answering Life's Questions

Θανάσης Γεωργιάδης, στη στήλη με τίτλο λεξιθηρικά, Μακεδονία της Κυριακής, 26/02/2006

Έχω ξαναπεί αυτή την ιστορία, αλλά δεν πειράζει -νομίζω- μια επανάληψή της. Ο λόγος για τη γερμανική λέξη Samt και τις πάμπολλες μεταπτώσεις που υπέστη η ελληνική λέξη εξάμιτον (με δασεία, παρακαλώ) ώστε να μετατραπεί σ' αυτό το απολύτως ανεγνώριστο για τους σημερινούς Έλληνες Samt. Το εξάμιτον βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από ένα πολύπλοκο στην ύφανσή του πανί. Εξάλλου οι περισσότεροι εξ ημών έχουν ακούσει μάλλον για δίμιτα και τετράμιτα, ή θυμούνται έστω τον μίτο της Αριάδνης (το κουβάρι ή απλώς νήμα) και κατανοούν επομένως και την εν λόγω λέξη.

Ψάχνοντας λοιπόν κάποτε να βρω μιαν άκρη για το πότε ήρθε στη Δυτική Ευρώπη η αρχαία ύδραυλις, η οποία μετεξελίχθηκε στη συνέχεια στο (εκκλησιαστικό) όργανο, έπεσα με τα μούτρα στα Χρονικά του Μοζέλα (Annales Moselenses), ένα μεσαιωνικό κείμενο, στο οποίο βρήκα και μια αναφορά στον Καρλομάγνο. Ότι ο γιος της δικής μας Θεοφανούς, της ανιψιάς του Ιωάννη Τσιμισκή, ο Όθων Γ', κατέβηκε κάποτε στην κρύπτη του ναού της Παναγίας στο Άαχεν/Ακουίσγρανον, να δει σε ποια κατάσταση ήταν η σορός του Καρλομάγνου. Ο χρονικογράφος λέει πως ο αυτοκράτορας έκοψε με ένα χρυσό ψαλίδι τα νύχια του Καρόλου, κούρεψε τα γένια και το μουστάκι του, κάλυψε με φύλλο χρυσού την κάπως φθαρμένη άκρη της μύτης του και τέλος άλλαξε τον μεταξωτό χιτώνα του με έναν καινούριο από samitum. Τι να είναι αυτό; απόρησα. Και δυσκολεύτηκα βέβαια κάπως να το ανακαλύψω, καθότι η λέξη ήταν νεολατινική. Μετά πολλά, είδα ότι απλώς το ελληνικό εξάμιτον έγινε hexamitum (λόγω δασείας το h), στη συνέχεια η λέξη μεταποιήθηκε κατά συγκοπήν σε xamitum και κατόπιν σε samitum (καθότι ελάχιστες είναι λέξεις των νεολατινικών γλωσσών που αρχίζουν από x) και εντέλει έγινε απλούστατα ολωσδιόλου Samt, ήτοι βελούδο. Περιπετειώδης έως αλιτήρια η λέξη αυτή. Δεν νομίζετε;
« Last Edit: 01 May, 2021, 15:03:01 by spiros »
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 821683
    • Gender:Male
  • point d’amour
samite.
Searchable Lemmata: samit (AF), hexamitum (L), hexamitus (L), samitus (L), samite (ME), samit (W), samit (OScots), samite (MdE).
Alternate Forms: samith, samitte, samitto, samet, samette, samed, sanite, sayntes, samer, samictus, samita, sametus, samitellus, samitrus, examitus, examiti, examitto, examito, exameto, examitam, examitum, hexamitus, exametus, xamittus, samiteus, samitricus.

1(n.) Textile; technically, a plain silk cloth, in weft-faced compound twill. Its name derives from Greek, meaning a (twill) weave based on a unit of 6 threads, and its appearance has the diagonal lines of a twill weave and a lustrous quality produced by the long weft floats. It was made in various weights, but was usually quite heavy, and was made in various colours. It was suitable as background for embroidery in gold thread. It was made in various silk-weaving centres in the eastern Mediterranean and Italy. As a high-status textile it was often named in Romances in various European countries [Mayo, J. (1984)]; also, a cloth or garment of this textile. Use of the term is discussed by Lisa Monnas, who notes that though samites were sometimes woven competely in silk, they could also be half-silks, with linen main warps. She suggests that the form 'Samitelli [cf. samitellus, etc.] may have indicated a slightly cheaper, plainer version of this silk' [Monnas, L. (1989), 284-5]. She further notes an apparent decline in royal purchases of 'samyts' and 'samitelli' during the fourteenth century: ‘Samyt was last purchased by the Great Wardrobe towards the end of Edward III’s reign, in 1370-71, when 3 pieces 7¾ ells were bought, the remnants of this cloth lingering on in the Great Wardrobe until the end of Richard II’s reign in 1377’ [Monnas, L. (1989) 289; with ref. to 'PRO E.361.5.9d’].(ante 1150 still in current use)
University of Manchester, Lexis of Cloth & Clothing Project, Search Result For:  'samite'

Albanian: kadife; Arabic: مُخْمَل‎, قَطِيفَة‎; Egyptian Arabic: قطيفة‎; Armenian: թավիշ; Azerbaijani: məxmər; Belarusian: аксамі́т, ба́рхат; Bengali: মখমল; Breton: voulouz; Bulgarian: кадифе́; Burmese: ကတ္တီပါ; Catalan: vellut; Chinese Cantonese: 絲絨, 丝绒; Mandarin: 絲絨, 丝绒, 天鵝絨, 天鹅绒; Czech: samet; Danish: fløjl; Dutch: fluweel; Esperanto: veluro; Estonian: samet; Faroese: floyal, fleyald; Finnish: sametti; French: velours; Galician: veludo; Georgian: ხავერდი; German: Samt; Greek: βελούδο; Hebrew: קְטִיפָה‎; Hindi: मख़मल; Hungarian: bársony; Icelandic: flauel; Irish: veilbhit; Italian: velluto; Japanese: ベルベット, ビロード; Kazakh: барқыт, мақпал, қатипа; Khmer: កម្ញី; Korean: 벨벳, 우단; Kumyk: махмар; Kyrgyz: баркыт, макмал; Lao: ກຳມະຫຍີ່; Latvian: samts; Lithuanian: aksomas; Luxembourgish: Samett; Macedonian: сомот, кадифе; Malay: baldu, beledu; Maltese: bellus; Maori: wereweti; Mongolian: хилэн; Norman: v'lous; Norwegian: fløyel or; Pashto: بخمل‎, مخمل‎; Persian: مخمل‎; Plautdietsch: Zaunft; Polish: aksamit; Portuguese: veludo; Romanian: catifea; Russian: ба́рхат, вельве́т, аксами́т, велю́р; Scottish Gaelic: meileabhaid; Serbo-Croatian Cyrillic: ба̀ршӯн; Roman: bàršūn; Slovak: zamat; Slovene: žamet; Spanish: terciopelo; Swahili: mahameli; Swedish: sammet; Tagalog: pelus; Tajik: бахмал, махмал; Tatar: бәрхет; Thai: กำมะหยี่; Tibetan: སྤུ་མ; Turkish: kadife; Turkmen: welwet; Ukrainian: оксами́т; Urdu: مخمل‎; Uyghur: مەخمەل‎, بەرقۇت‎, دۇخاۋا‎; Uzbek: baxmal, barxit, duxoba; Vietnamese: nhung; Volapük: veluv; Welsh: melfed; Yiddish: סאַמעט‎
velvet - Wiktionary
« Last Edit: 01 May, 2021, 15:00:11 by spiros »



 

Search Tools