current-carrying capacity → ρευματοφόρος ικανότητα, χωρητικότητα μεταφοράς ρεύματος, δυναμικότητα μεταφοράς ρεύματος, μέγιστο επιτρεπόμενο ρεύμα

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 855312
    • Gender:Male
  • point d’amour
ampacity αμπεροχωρητικότητα, χωρητικότητα μεταφοράς ρεύματος, δυναμικότητα μεταφοράς ρεύματος, μέγιστο επιτρεπόμενο ρεύμα, τρέχουσα ισχύς ρεύματος, μέγιστη αποδεκτή ένταση ρεύματος

current-carrying capacityρευματοφόρος ικανότητα, χωρητικότητα μεταφοράς ρεύματος, δυναμικότητα μεταφοράς ρεύματος, μέγιστο επιτρεπόμενο ρεύμα, τρέχουσα ισχύς ρεύματος, μέγιστη αποδεκτή ένταση ρεύματος

Ampacity is a portmanteau for ampere capacity defined by National Electrical Codes, in some North American countries. Ampacity is defined as the maximum current, in amperes, that a conductor can carry continuously under the conditions of use without exceeding its temperature rating. Also described as current-carrying capacity.
Ampacity - Wikipedia

Απαραίτητες παράμετροι πλην των άλλων, που θα πρέπει εύκολα και γρήγορα να φαίνονται είναι : Η τάση και το ρεύμα εξόδου του ανορθωτή, η τάση και το ρεύμα εξόδου των συσσωρευτών, η τάση εισόδου a.c. (δικτύου) και η εναπομένουσα αμπεροχωρητικότητα των συσσωρευτών.
http://www.ypa.gr/userfiles/fa3cb89c-ac1a-4d4b-99ab-a34f011804e1/6.%20%CE%A4%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE%20%CF%88%CE%B7%CF%86.%20%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81.pdf

de: Nennstrom; en: ampacity; es: corriente máxima; fa: جریان‌پذیری; fr: courant permanent admissible; pl: prąd znamionowy; sv: märkström; zh: 额定电流

English: current-carrying capacity; Danish: strømbelastningsevne | tilladelig strømstyrke; German: Strombelastbarkeit; Greek: τρέχουσα ισχύς ρεύματος | δυναμικότητα μεταφοράς ρεύματος | χωρητικότητα μεταφοράς ρεύματος | μέγιστη αποδεκτή ένταση ρεύματος; Spanish: intensidad de corriente máxima admisible; Finnish: virransieto; French: intensité maximale admissible; Italian: capacità di corrente portata; Dutch: stroomvoercapaciteit; Swedish: strömbelastningsförmåga

English: current carrying capacity; German: Strombelastbarkeit; French: capacité conductrice; Italian: portata | capacità di corrente; Dutch: stroomdoorvoercapaciteit; Portuguese: capacidade condutora

English: continuous current-carrying capacity | current-carrying capacity | ampacity; Danish: strømbelastningsevne | kontinuerlig strømbelastningsevne; German: dauernde Strombelastbarkeit eines Leiters; Greek: μέγιστο επιτρεπόμενο ρεύμα; Spanish: corriente permanente admisible; Finnish: johtimen jatkuva kuormitettavuus; French: courant admissible | courant permanent admissible; Italian: portata in regime permanente; Dutch: continu toelaatbare stroom van een leiding; Portuguese: corrente (permanente) admissível; Swedish: strömbelastningsförmåga | strömvärde
IEC 60050 - International Electrotechnical Vocabulary - Details for IEV number : ""
« Last Edit: 17 Mar, 2023, 19:07:56 by spiros »


 

Search Tools