unescape → αντιστρέφω διαφυγή, αναιρώ διαφυγή

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 834012
    • Gender:Male
  • point d’amour
unescape → αντιστρέφω διαφυγή
unescaped → αδιάφευκτος, που δεν έχει διαφυγή, που δεν έχει χαρακτήρα διαφυγής

To reverse the escaping of a string
unescape - Wiktionary
« Last Edit: 29 Mar, 2022, 18:25:21 by spiros »


 

Search Tools