unescaped → αδιάφευκτος, που δεν έχει διαφυγή, που δεν έχει χαρακτήρα διαφυγής

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 834315
    • Gender:Male
  • point d’amour
unescape → αντιστρέφω διαφυγή
unescaped → αδιάφευκτος, που δεν έχει διαφυγή, που δεν έχει χαρακτήρα διαφυγής

To reverse the escaping of a string
unescape - Wiktionary


 

Search Tools