routable → με δυνατότητα δρομολόγησης, που υποστηρίζει δρομολόγηση, δρομολογήσιμος, δρομολογήσιμη, δρομολογήσιμο

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 826943
    • Gender:Male
  • point d’amour
routable → με δυνατότητα δρομολόγησης, που υποστηρίζει δρομολόγηση
« Last Edit: 05 Nov, 2021, 12:09:26 by spiros »


 

Search Tools