fraidy → φοβητσιάρης, φοβητσιάρα, φοβιτσιάρης, φοβιτσιάρα, φοβητσιάρικο, κότα, κότα λειράτη, κιοτής, σκιαξάρης, σκιαξάρα, κοτούλα, κατουρλής, χέστης

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824887
    • Gender:Male
  • point d’amour
fraidy → φοβητσιάρης, φοβητσιάρα, φοβιτσιάρης, φοβιτσιάρα, φοβητσιάρικο, κότα, κότα λειράτη, κιοτής, σκιαξάρης, σκιαξάρα, κοτούλα, κατουρλής, χέστης

(US, childish) Afraid.
(US, childish) Cowardly.
fraidy - Wiktionary

fraidy cat
scaredy cat
scaredy-cat


 

Search Tools