Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => English->Modern Greek Translation Forum => Topic started by: Dimitris29 on 16 Jun, 2021, 00:33:28

Title: proffer → προσφορά, πρόταση, προσφέρω, προτείνω
Post by: Dimitris29 on 16 Jun, 2021, 00:33:28
Καλησπέρα.

Για να μην ανοίγω νέο νήμα, θα ήθελα λίγη βοήθεια όποιος γνωρίζει.

Έχω συναντήσει το "Proffer" σε τηλεοπτικό προϊόν στο αμερικανικό δίκαιο ως ένα έγγραφο διαπραγμάτευσης, όπου ο κατηγορούμενος προτίθεται να δηλώσει ενοχή και, μέσω του συνηγόρου του, συντάσσει το εν λόγω έγγραφο απαριθμώντας συνεργάτες, πελάτες, εγκληματικές δράσεις, με αντάλλαγμα μικρότερη ποινή.

Υπάρχει ο αντίστοιχος νομικός όρος στα ελληνικά;
Δεν έχω βρει κάτι συγκεκριμένο, ενώ καναδυό δικηγόροι που μίλησα δεν έχουν ιδέα.

Ειδάλλως, θεωρείτε δόκιμο τον απλό όρο "Προσφορά";

Ευχαριστώ.
Title: proffer → προσφορά, πρόταση, προσφέρω, προτείνω
Post by: spiros on 16 Jun, 2021, 09:51:27
An offer made; something proposed for acceptance by another; a tender.
Synonym: proposition
(obsolete) An attempt, an essay.
proffer - Wiktionary (https://en.wiktionary.org/wiki/proffer)
Title: proffer → προσφορά, πρόταση, προσφέρω, προτείνω
Post by: Dimitris29 on 16 Jun, 2021, 12:48:21
Οπότε κρατάω το "Προσφορά" κι ενδεχομένως το "Πρόταση".
Ελπίζω μόνο να έχω πετύχει τον ακριβή νομικό όρο.
Ευχαριστώ.
Title: proffer → προσφορά, πρόταση, προσφέρω, προτείνω
Post by: spiros on 16 Jun, 2021, 13:13:52
proffer, n.
An act of proffering; an offer.
1.1 The act of offering or presenting something for acceptance, or of proposing to do something; an offer; a proposal. Now chiefly literary.
†2.2 An act or movement as in beginning or attempting to do something, or as if one were about to do something; a show of intention to do something; an essay, attempt, endeavour, trial.  (The alleged sense ‘a rabbit-burrow’ (in Halliwell, and thence in recent Dicts.) appears to be founded on a misunderstanding of the use of quot. 1577.)
†b.2.b In extended or loose use: An indication of something about to happen; a very slight manifestation of some quality; a sign, a trace. Obs.
3.3 Law. A provisional payment of estimated dues into the Exchequer by a sheriff or other officer at certain appointed times. (Inaccurately explained in Cowell and later dicts. as the time of such payments, etc.)
Oxford English Dictionary