συγχίζω ή συγχύζω; – σύγχιση ή σύγχυση;

youla · 6 · 82190

youla

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 3
Με συγχίζεις.

Δεν ξέρω αν έχει καλυφθεί αλλού, νομίζω δεν το έχω δει:

Συγχίζω; Όχι συγχύζω (από το σύγχυση);
« Last Edit: 10 Dec, 2009, 13:38:52 by spiros »
It is better to light a candle than to curse the darkness.


youla

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 3
Έκανα αναζήτηση "σύγχυση-σύγχιση" μέσα στο translatum.gr και είδα ότι γίνεται ένας μικρός χαμός... Ωστόσο, αν κάποιος μπορεί να με διαφωτίσει για τον κανόνα, θα χαρώ πολύ. (Μπαίνω συχνά στο site αλλά κυρίως για τεχνικούς όρους, και μόλις τώρα ανακάλυψα τα πολύ ενδιαφέροντα γλωσσικά θέματα!)

Ευχαριστώ εκ των προτέρων...
It is better to light a candle than to curse the darkness.



kari

  • Newbie
  • *
    • Posts: 76
    • Gender:Female
Κατά τον Μαρκαντωνάτο, σύγχιση (με γιώτα) σημαίνει εκνευρισμός, ενώ σύγχυση (με ύψιλον) σημαίνει μπέρδεμα.
Professionals are predictable. Unfortunately the world is full of amateurs.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823471
    • Gender:Male
  • point d’amour
σύγχυση (η) [κ. συγχύσ-εως | -ύσεις, -ύσεων) 1. (κυρ. στον γραπτό ή προφορικό λόγο) η ασάφεια τού νοήματος, η έλλειψη επαρκούς ή ακριβούς διάκρισης: - εννοιών / ιδεών || η ~ των λόγων του επιτείνεται από τους συνεχείς υπαινιγμούς και τις αμφισημίες
2. κατάσταση ασάφειας, μπέρδεμα: οι αντιφατικές ανακοινώσεις τού υπουργείου προκάλεσαν ~ στους δημοσιογράφους || επικρατεί - σχετικά με τον αριθμό των επιβατών τού μοιραίου αεροσκάφους || η απόφαση του επέφερε - για τους σκοπούς και τις προθέσεις του
3. (στην ψυχιατρική) η διαταραχή που συνίσταται στην αδυναμία τού ασθενούς να προσανατολιστεί σε τόπο, χρόνο ή πρόσωπο• ΦΡ. (α) διανοητική σύγχυση σύνδρομο συνήθ. οξείας και παροδικής διαταραχής των ψυχικών λειτουργιών, κυρ. τού προσανατολισμού και τής μνήμης (β) σύγχυση φρενών έλλειψη πνευματικής διαύγειας, σαφήνειας στη σκέψη και τη γλώσσα.
[ΕTYM. < αρχ. σύγχυσις < συγχέω (βλ.λ.)|.
Μπαμπινιώτης (σελίδα 1697)

σύγχυση - σύγχιση, συγχέω - συγχίζω. Πρέπει να γίνεται διάκριση σημασιολογική, μορφολογική και ορθογραφική ανάμεσα στο σύγχυση «μπέρδεμα, ανακάτεμα - "νοητική" διαταραχή» και στο σύγχιση «ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμός, ταραχή». Το σύγχυση είναι παράγωγο τού συγχέω, ενώ το νεότερο σύγχιση παράγεται από ρήμα συγχίζω / -ομαι. Το ίδιο το ρ. συγχίζω / -ομαι είναι νεότερος σχηματισμός που προήλθε με μεταπλασμό από το ρ. συγχέω, από τον αόρ. συνέχυσα. που συνέπιπτε ακουστικά με τον αόρ. των ρημάτων σε -ίζω (πβ. ζωγραφώ - ζωγράφησα - ζωγραφίζω - ζωγράφισα). Η παραγωγή από το ουσιαστικό σύγχυση (υποχωρητικά) δεν είναι πειστική. Η σημασιολογική διαφορά υφίσταται και ανάμεσα στα ρήματα: συγχέω «μπερδεύω, ανακατεύω», ενώ συγχίζω «προκαλώ ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμό, ταραχή» και συγχίζομαι «αναστατώνομαι ψυχικά, εκνευρίζομαι» (πβ. και μτχ. συγχισμένος «αναστατωμένος, εκνευρισμένος»).
Μπαμπινιώτης (σελίδα 1697)

συγχύζω [sinxízo] -ομαι Ρ2.1 : 1.εκνευρίζω και στενοχωρώ κπ., τον κάνω να χάσει την ψυχική του ηρεμία: Mε συγχύζει κάθε μέρα, γιατί δεν κάθε ται να διαβάσει. Aδιαφόρησε για τη συμπεριφορά του και μη συγχύζεσαι. Έγινε καβγάς στο σπίτι και έφυγα συγχυσμένος. 2. συγχέω. [λόγ.: 2: μσν. συγχύζω < σύγχυ(σις) 1 -(ί)ζω (αναδρ. σχημ.)· 1: σημδ. ιταλ. turbare]
ΛΚΝ

σύγχυση 1 η [sínxisi] Ο33 : α.η κατάσταση που δημιουργείται από την ασάφεια, την αντιφατικότητα ή την έλλειψη τάξης: Yπάρχει μια ~ σχετι κά με τις αρμοδιότητες της κάθε υπηρεσίας. Ο λαβύρινθος των νόμων και των διατάξεων προκαλεί συχνά ~ στον πολίτη. Mέσα στη ~ που ακολούθησε τα γεγονότα του 1922 στη Σμύρνη, πολλοί έχασαν τις οικογένειές τους. Mην κάνεις ~ της ελευθερίας και της ασυδοσίας, μη συγχέεις. β. (επιστ.) β1. (ψυχιατρ.) διανοητική ~, διαταραχή της συνειδήσεως, έλλειψη πνευματικής διαύγειας. β2. (νομ.) μέτρια / πλήρης ~, εξαιτίας της οποίας επιβάλλεται στο δράστη μικρότερη ποινή ή δεν του καταλογίζεται ευθύνη. (λόγ. έκφρ.) (πλήρης) ~ φρενών*. [λόγ.: α: αρχ. σύγχυ(σις) -ση (< συγχέω)· β: σημδ. γαλλ. confusion]
ΛΚΝ

συγχύζω
ρ.  (σύγχ-υσα, -ύστηκα, -υσμένος) συγχέω, μπερδεύω | αδυνατώ να διακρίνω καλά ή να διευκρινίσω κάτι | προκαλώ ψυχική ταραχή σε κάποιον, εξοργίζω
ΜΕΛ

σύγχυση
(η) ουσ.  (Κ σύγχυσις, -εως) ανακάτωμα, μπέρδεμα | έλλειψη σαφήνειας | ψυχική ταραχή | (νομ.) συσκοτισμός της διάνοιας που ελαφρύνει ή αίρει τον καταλογισμό: πλήρης σύγχυση - μέτρια σύγχυση
ΜΕΛ

συγχύζω
και διαλ. τ. συχύζω Ν· 1. συγχέω, μπερδεύω· 2. ανακατεύω, ανακατώνω· 3. αδυνατώ να διακρίνω ή να διευκρινίσω κάτι (α. «συγχύζει τα πρόσωπα και τα πράγματα»· β. «συγχύζω τις έννοιες»)· 4. διαταράσσω, αναστατώνω· 5. καθιστώ κάτι ασαφές, συσκοτίζω· 6. προκαλώ σε κάποιον σύγχυση, ψυχική ταραχή, ταράζω («τα παλιόπαιδα μέ συγχύζουν καθημερινώς»)· 7. εξοργίζω ή στενοχωρώ κάποιον («ήταν συγχυσμένος όταν τόν είδα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. έχει σχηματιστεί από το ουσ. σύγχυσις].
ΠΑΠΥΡΟΣ

σύγχυση
η / σύγχυσις, -ύσεως. ΝΜΑ, και σύχυση Ν [συγχέω]· 1. ανακάτεμα, μπέρδεμα (α. «σύγχυση γλωσσῶν»· β. «διαιρῶν τὴν καθ' ὁμωνυμίαν σύγχυσιν», Ευστ.· γ. [για τον πύργο τής Βαβέλ] «διὰ τοῡτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτῆς Σύγχυσις, ὅτι ἐκεῑ συνέχεε κύριος τὰ χείλη πάσης τῆς γῆς», ΠΔ· δ. «σύγχυσιν ὅρων», Πλούτ.)· 2. διατάραξη τής ψυχικής ηρεμίας και τής πνευματικής γαλήνης, ψυχική ταραχή· 3. ταραχή, θόρυβος («καὶ ἐπλήσθη ἡ πόλις ὅλη τῆς συγχύσεως», επιγρ.)· 4. (σχετικά με λόγο) έλλειψη σαφήνειας, ασάφεια, σε αντιδιαστολή με την ευκρίνεια («σύγχυση εννοιών»)· || (νεοελλ.) 1. (νομ.) συσκοτισμός τής διάνοιας ή τής συνείδησης που αίρει ή ελαφρύνει τον καταλογισμό ευθυνών («διέπραξε το έγκλημα καθώς βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση»)· 2. (νομ.) η σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο τών ιδιοτήτων τού δανειστή και τού οφειλέτη· 3. (νομ.) η ένωση κινητών πραγμάτων κατά τρόπο οριστικό και παράγωγο νέου πράγματος τού οποίου τα ενωθέντα αποτελούν συστατικά, αλλ. σύμμιξη· 4. ανάμιξη υγρών ή αεριωδών σωμάτων, σε αντιδιαστολή προς τη σύμμιξη, δηλαδή την μίξη στερεών σωμάτων· 5. (φρ.) α) «διανοητική σύγχυση»· (ιατρ.) σύνδρομο οξείας, συνήθως παροδικής, μορφής που χαρακτηρίζεται από διαταραχή τών ψυχικών λειτουργιών στο σύνολό τους και ιδίως του προσανατολισμού ως προς τον χώρο και τον χρόνο και τής μνήμης σε ό,τι αφορά πρόσφατα γεγονότα, από έναν βαθμό αγχώδους αμηχανίας και από καταστάσεις ονειρισμού με οπτικές ψευδαισθήσεις· β) «σύγχυση ειρήνης»· (νομ.) διατάραξη τής κοινής ησυχίας· || (αρχ.) 1. δημιουργία μίγματος, σύμμιξη, ιδίως υγρών («ἡ τῶν ἄλλων σύγχυσις», Ιπποκρ.)· 2. σχηματισμός ένωσης· 3. ανατροπή· 4. καταστροφή, όλεθρος (α. «καὶ ἐγένετο σύγχυσις θανάτου... ἐν τῇ πόλει», ΠΔ· β. «ἐσομένην ἑώρων τοῡ κοινοῡ βίου σύγχυσιν», Διόδ.)· 5. πολιτική ταραχή και ακαταστασία, στάση (α. «σύγχυσις πολιτείας», Κικ.· β. «τοιαύτης... συγχύσεως ἐπεχούσης τὰ πλήθη», Διόδ.)· 6. (σχετικά με συνθήκη ή συμφωνία) αναιρώ, παραβιάζω ή ματαιώνω (α. «τὴν δὲ τῶν ὅρκων καὶ σπονδῶν σύγχυσιν», Πλάτ.· β. «νόμων συγχύσεις καὶ πολιτειῶν μεταβολάς», Ισοκρ.).
ΠΑΠΥΡΟΣ
« Last Edit: 10 Dec, 2009, 14:11:36 by spiros »



kari

  • Newbie
  • *
    • Posts: 76
    • Gender:Female
Οκ... Συγχύστηκα...
Professionals are predictable. Unfortunately the world is full of amateurs.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823471
    • Gender:Male
  • point d’amour
Είναι χαρακτηριστικό της σύγχυσης να οδηγεί τους ανθρώπους σε σύγχιση — μερικές φορές μάλιστα ακόμη και σε απόγνωση -:)


 

Search Tools