αντάρα → rage, frenzy, fuss, flurry, boisterousness, clamour, tumult, uproar, disorder, disturbance, storm, great impression, heated discussion, fog, mist, haze, turbulent conditions

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824446
    • Gender:Male
  • point d’amour
αντάρα → rage, frenzy, fuss, flurry, boisterousness, clamour, tumult, uproar, disorder, disturbance, storm, great impression, heated discussion, fog, mist, haze, turbulent conditions

αντάρα [andára] η, ① tumult, uproar, disorder, disturbance (syn αναστάτωση, θόρυβος, ταραχή, near-syn κοσμοχαλασιά, [δυνατή] οχλοβοή): αντάρα πολεμική | πόλεμος θα γενεί, αντάρα | μέσα στην αντάρα της μάχης amid the tumult of battle | θα 'χουμε πόλεμο και αντάρες | ζω στης πόλης την αντάρα | πολλή αντάρα έγινε στο σπίτι | τα παιδιά κάνουν μεγάλη αντάρα | τ' αφτιά γεμίζει η αντάρα των αφρισμένων νερών (Varelas) | αντάρα και αναταραχή | αντάρα τον έζωσε το βοσκό (Kakridis) | η αντάρα έδερνε την ψυχή του (MGeorgiou) | folks. όλ' ημέρα θέριζα, | σαν κακόν οπ' έπαθα, | όλο βοριά κι αντάρα (DPetrop) | κι ακώ μιας πέρδικας λαλιά, μιας πέρδικας αντάρα (Theros) | poem παντού κλάψα, παντού αντάρα, | και παντού ξεψυχισμοί (Solom) | .. και ζεύει ατή της η Ήρα | τα γρήγορα άλογά της, πόλεμο κι αντάρες λαχταρώντας (Homer Il 5.732 Kaz-Kakr) | τη νύχτα λένε, ακούνε τη φωνή της | μέσα σε μιαν οχλοβοή, σε μιαν αντάρα (Malakasis) ⓐ great impression: phr θα πάει or πήγε αντάρα it will make a great impression, it will be a surprise (syn κάνει κρότο) | το γλέντι πήγε αντάρα | θα σου χτίσω εδώ ένα καφενέ που να πάει αντάρα (Palam) ⓑ heated, passionate discussion (syn θορυβώδης συζήτηση): στη Bουλή έγινε μεγάλη αντάρα ⓒ rage, frenzy: poem .. γοργοξεστορίζει |..| και την καινούργια που σηκώνεται στην κεφαλή του αντάρα (Kazantz Od 10.1029) ② squall, storm at sea (syn ανεμοζάλη, θύελλα): πελάγου αντάρα | αντάρα φοβερή ταλανίζει τη σκούνα | prov o λύκος στην αντάρα χαίρεται evil people succeed in troubled times; one fishes in troubled waters | στο λεπτό έπεσε βαριά αντάρα• οι τόποι έσβησαν μες στη θολούρα και μαζί χάθηκε το πλεούμενο (PSamaras) | δεν μπορεί το ένα καράβι να ιδεί το άλλο, όπως τα κρύβουν τα πανύψηλα κύματα, η βροχή, η αντάρα (Karagatsis) | κάθε βράδυ με φουρτούνα και μ' αντάρα ξεμύτιζε η Φιλομήλα .. πήγαινε στη Φούσα και τα 'βαζε με τη λεβεντοπνίχτρα θάλασσα που δε λυπήθηκε τον άντρα της (MGeorgiou) | όπου θαλασσινές αντάρες έκαναν επικίνδυνους τους κάβους, εκεί οι αρχαίοι έκτιζαν ναούς στον άρχοντα των ωκεανών, για τον εξευμενίσουν (ChZalokostas) | poem ως ναύτης, αν κατάπλωρα | τον δέρνει αντάρα μαύρη, | σκιασμένος πάει ποδίζοντας αραξοβόλι νά 'βρει (Markoras) | νεκροκρέβατου μέγα αρμενοπάνι | του πόνου η αντάρα ομπρός μας μαύρο εστήθη (Mavilis) | είτε ειδύλλιο γελούμενο απλώνεται η πλάση | είτε αντάρες και μπόρες κρεμά ο ουρανός, | μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξεις, | όπου θέλει το κύμα μαζί του θ' αράξεις (KChatzop) ⓓ fig overturning, turbulent conditions (syn ανατροπή των πάντων): πασχίζουμε να προσανατολιστούμε μέσα στο ζόφο και την αντάρα του αιώνα μας, να σημειώσουμε το στίγμα μας, να καταλάβουμε πού περίπου βρισκόμαστε και τι ίσως μας περιμένει (Theotokas) ③ fog (syn ομίχλη): έπεσε αντάρα πυκνή, αντάρα αχνή, αντάρα μαύρη | από την αντάρα δεν έβλεπε ο ένας τον άλλο | prov phr καθαρός ουρανός αντάρα δεν έχει the honest person has no blemishes, is innocent (syn phr καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται) | αντίκρα τ' άγρια βουνά χανόνταν στην αντάρα (GGrigoris) | κατέβαινε η αντάρα και γιόμιζε καταμεσήμερα με άσπρο πυκνό σκοτάδι τον αέρα (Myriv) | μπήκε το χινόπωρο βαρύ, με μπόρες, με βοριάδες και μ' αντάρες (PADimas) | κατά το νοτιά, ο Kίσαβος τίναξε πάνωθέ του την αντάρα (Karagatsis) | folks. μόν' είναι πάντα συννεφιά και βασιλεύει αντάρα (NPolitis) | ποιος είδε τέτοια συννεφιά, ποιος είδε τέτοι' αντάρα | poem αντάρες ρίχνει στα βουνά που οι Tούρκοι να τους χάσουν (Athanas) ⓔ mist, haze (syn καταχνιά, κατσηφάρα): poem τι μες στον κάμπο αντάρα εσκέπαζε τους αντρειωμένους όλους (Homer Il 17.368 Kaz-Kakr) | κ' η Παλλάδα, | που 'χε την έγνοια του, τρογύρα του πυκνή σκορπούσε αντάρα (Homer Od 7.15 Kaz-Kakr) | των Kιμμερίων η χώρα βρίσκεται κει πέρα και το κάστρο, | συντυλιγμένα μες σε σύγνεφο κι αντάρα .. (ib 11.15) [fr MG αντάρα, this in turn changed fr εντάρα (this being MG and dial ModG), postv. der of ενταράσσω; cf ανάσα (: ανασαίνω), γέννα (: γεννώ), λάτρα (: λατρεύω), νύστα (: νυστάζω) etc]
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Γεωργακά


Υπάρχει και ο ιδιωματισμός: φωνή και αντάρα που δεν αναφέρεται στον Γεωργακά.

αντάρα η [andára] Ο25α : 1.το σκοτείνιασμα της ατμόσφαιρας από σύννεφα ομίχλης που προμηνύει φοβερή καταιγίδα και με επέκταση φοβερή κακοκαιρία ή δυνατός άνεμος. 2. το σκοτείνιασμα από τους καπνούς, ο θόρυβος και η οχλοβοή στο πεδίο της μάχης: Δεν τους τρομάζει η αντάρα της μάχης. 3. (μτφ.) φασαρία, αναστάτωση, αναμπουμπούλα: Σηκώθηκε φωνή κι αντάρα. ΦΡ καπνός κι αντάρα: α. για θολή και βρόμικη ατμόσφαιρα. β. για κτ. που έγινε σε υπερβολικό βαθμό: Ήπιαν κι έφαγαν που πήγε (καπνός κι) αντάρα, μέχρι σκασμού. γ. για αγωνία και στενοχώρια: Όλο καπνός κι αντάρα είναι στο σπίτι τους. δ. (κατάρα): Kαπνός κι αντάρα να γίνεις.
[μσν. αντάρα < *ανταρ(άσσω) -α (αναδρ. σχημ.) < αρχ. ἀναταράσσω `ανακατώνω, αναστατώνω΄ με ανομ. αποβ. του μεσαίου [a] ]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη
« Last Edit: 24 Apr, 2011, 12:06:40 by spiros »


 

Search Tools