environnementaliste → περιβαλλοντολόγος, οικολόγος, περιβαλλοντιστής, περιβαλλοντίστρια, πράσινος, οπαδός του κινήματος οικολογικής προστασίας, υπέρμαχος του περιβάλλοντος, περιβαλλοντικός, οικολογικός

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836806
    • Gender:Male
  • point d’amour
environnementaliste → περιβαλλοντολόγος, οικολόγος, περιβαλλοντιστής, περιβαλλοντίστρια, πράσινος, οπαδός του κινήματος οικολογικής προστασίας, υπέρμαχος του περιβάλλοντος

Anglais : environmentalist (en)
Espagnol : ambientalista (es)
Hongrois : környezetvédő (hu)
Interlingua : ambientalista (ia)
Italien : ambientalista (it)
Portugais : ambientalista (pt)
environnementaliste — Wiktionnaire


 

Search Tools