Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => English→Modern Greek Translation Forum => Topic started by: spiros on 19 Jan, 2022, 12:10:11

Title: curiosity → περιέργεια, παράξενος, κουλός, κάτι το αξιοπερίεργο, αξιοπερίεργο αντικείμενο, παράξενο αντικείμενο, παράξενο πράγμα, πολύτιμο σπάνιο αντικείμενο, παλαιό κομψοτέχνημα, αντίκα
Post by: spiros on 19 Jan, 2022, 12:10:11
curiosity → περιέργεια, παράξενος, κουλός, κάτι το αξιοπερίεργο, αξιοπερίεργο αντικείμενο, παράξενο αντικείμενο, παράξενο πράγμα, πολύτιμο σπάνιο αντικείμενο, παλαιό κομψοτέχνημα, αντίκα

1. (uncountable) Inquisitiveness; the tendency to ask and learn about things by asking questions, investigating, or exploring. [from 17th c.]
2. A unique or extraordinary object which arouses interest. [from 17th c.] He put the strangely shaped rock in his curiosity cabinet.
3. (obsolete) Careful, delicate construction; fine workmanship, delicacy of building. [16th-19th c.]
curiosity - Wiktionary (https://en.wiktionary.org/wiki/curiosity)

Translation blunder: a curiosity → μια περιέργεια (αντί για: κάτι το αξιοπερίεργο) (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=1003477.0)