stendöv → θεόκουφος, θεόκουφη, θεόκουφο, κουφάλογο, κουτσαύτης, κουφοτσόγκας, περήφανος στ' αφτιά, περήφανος στ' αυτιά, περήφανος στα αφτιά, περήφανος στα αυτιά

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 835212
    • Gender:Male
  • point d’amour
stendöv → θεόκουφος, θεόκουφη, θεόκουφο, κουφάλογο, κουτσαύτης, κουφοτσόγκας, περήφανος στ' αφτιά, περήφανος στ' αυτιά, περήφανος στα αφτιά, περήφανος στα αυτιά
stone-deaf
deaf as a doorknob
deaf as a doorpost
deaf as a post

Bulgarian: напълно глух; Catalan: sord com una tàpia; Czech: hluchý jako pařez; Dutch: potdoof, stokdoof; Finnish: umpikuuro; French: sourd comme un pot; German: stocktaub; Hungarian: süket, mint az ágyú, teljesen süket; Norwegian Bokmål: stokk døv; Polish: głuchy jak pień; Russian: глухо́й как пень; Spanish: sordo como una tapia, como una tapia; Swedish: stendöv


 

Search Tools