strömavbrott → διακοπή ρεύματος, διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος, διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, διακοπή ηλεκτρικού, διακοπή του ηλεκτρικού

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 835303
    • Gender:Male
  • point d’amour
strömavbrott → διακοπή ρεύματος, διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος

power cut
Catalan: apagada; French: coupure de courant; German: Stromausfall; Norwegian Bokmål: strømbrudd; Scottish Gaelic: call cumhachd; Spanish: corte de electricidad, apagón; Swedish: strömavbrott


 

Search Tools