Η μετάφραση της ποίησης και η ψυχολογία του μεταφραστή: ένα λανθάνον κείμενο του Τέλλου Άγρα (Σωτήρης Τριβιζάς)

spiros · 1 · 2194

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823046
    • Gender:Male
  • point d’amour
Η μετάφραση της ποίησης και η ψυχολογία του μεταφραστή: ένα λανθάνον κείμενο του Τέλλου Άγρα (Σωτήρης Τριβιζάς)

Στη μετάφραση, και ειδικότερα στη μετάφραση της ποίησης, υπάρχουν τόσες μεταφραστικές θεωρίες όσα και μεταφρασμένα ποιήματα. Από τον περίφημο ορισμό του Ρόμπερτ Φροστ («ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση»), που αμφισβητεί τη δυνατότητα μετάφρασης της ποίησης, μέχρι τη μοντερνιστική προσέγγιση, που επιχειρεί να καταλύσει τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη μετάφραση και στο πρωτότυπο κείμενο, κοινή συνισταμένη της μεταφρασεολογίας είναι η ομολογημένη ή ανομολόγητη παραδοχή ότι δεν υφίσταται συγκεκριμένη συνταγή προκειμένου να μεταφέρουμε ένα ποιητικό κείμενο σε άλλη γλώσσα. Oι μεταφραστικές θεωρίες συχνά καταλήγουν σε αλληλοσυγκρουόμενα συμπεράσματα, αντίστοιχα της ιδεολογικής, λογοτεχνικής ή γλωσσολογικής οπτικής γωνίας κάτω από την οποία διατυπώνονται.

Είναι παράξενο, αλλά οι περισσότερες από τις θεωρίες αυτές θέτουν στο επίκεντρο της έρευνας το αντικείμενο της μετάφρασης, δηλαδή το μεταφρασμένο κείμενο, ενώ ελάχιστες ασχολούνται με το υποκείμενο της μετάφρασης, δηλαδή τον μεταφραστή. Με άλλα λόγια, η θεωρία της μετάφρασης, ακολουθώντας ένα πρωθύστερο σχήμα, επιχειρεί κυρίως να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα «πώς μεταφράζουμε» συχνά παραβλέποντας το ερώτημα «γιατί μεταφράζουμε», αποφεύγοντας επομένως να υπεισέλθει στα κίνητρα της μεταφραστικής πράξης και στην ιδιαίτερη ψυχολογία του μεταφραστή.

Το κείμενο που παρουσιάζεται εδώ ανήκει στη βραχεία εκείνη κατηγορία κειμένων που διερευνούν το «γιατί» της μετάφρασης, τους λόγους δηλαδή για τους οποίους κάποιος αποπειράται να μεταφράσει. Έχει τίτλο «H ψυχολογία του μεταφραστού», έχει τεθεί ως πρόλογος στο βιβλίο Zαν Mορεάς: Eκλογή από το ποιητικό του έργο, που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Zηκάκη στην Aθήνα το 1926, και φέρει την υπογραφή του μεταφραστή του τόμου Τέλλου Άγρα.

O Τέλλος Άγρας υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες της μεσοπολεμικής μας λογοτεχνίας, ο σπουδαιότερος ίσως ποιητής της γενιάς του αν εξαιρέσουμε τον Kαρυωτάκη. O Άγρας, ως γνωστόν, καλλιέργησε με την ίδια επιτυχία την κριτική και, δευτερευόντως, τη μετάφραση και την πεζογραφία. Όπως σημειώνει ο Κώστας Στεργιόπουλος στο βιβλίο του O Τέλλος Άγρας και το πνεύμα της παρακμής, «η γνωριμία του με τους αρχαίους, η γνώση της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας, προπάντων όμως η ακαταμάχητη έλξη του Θεόκριτου, του Mορεάς και των Γάλλων συμβολιστών αποτέλεσαν κίνητρα [...] ισχυρά για το μεταφραστικό του οίστρο. Μάλιστα, για ένα διάστημα, έφτασε να θεωρεί τις μεταφράσεις σαν τη μόνη σοβαρή του απασχόληση, κι αν η ποίησή του δεν είχε αρχίσει, στο μεταξύ, να παίρνει εκείνο τον ιδιαίτερα προσωπικό χαρακτήρα της, με την ατολμία του και με την υψηλή αντίληψη, που είχε για τα έργα της τέχνης, ίσως να έμενε αποκλειστικά και μόνο μεταφραστής».

O Άγρας δεν υπήρξε λοιπόν τυχαίος ούτε περιστασιακός μεταφραστής και δεν θεωρούσε τη μετάφραση πάρεργο που εκδηλώνεται στο περιθώριο του πρωτότυπου ποιητικού του έργου, αλλά ισότιμη καλλιτεχνική δημιουργία. Κάποτε μάλιστα, σε συνέντευξη που παραχώρησε το 1931 στον Kωστή Mπαστιά, ενώ εκφράζει αμφιβολίες για το πρωτότυπο ποιητικό του έργο, για τις μεταφράσεις του δηλώνει πως είναι υπερήφανος και πως τις θεωρεί «μια οριστική κατάκτηση της πνευματικής ζωής του».

Έχει ενδιαφέρον επομένως να δούμε πώς αντιμετωπίζει τη μετάφραση της ποίησης ένας δημιουργός στο πρόσωπο του οποίου συναιρούνται ο λεπταίσθητος ποιητής και ο οξυδερκής κριτικός. Κι ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός πως η διείσδυση που επιχειρεί ο Άγρας στην ψυχολογία του μεταφραστή έχει σημείο αφετηρίας τον εαυτό του.

Στην εισαγωγή του κειμένου ο Άγρας καταδικάζει κατ’ αρχάς τη μετάφραση που έχει ταπεινά κίνητρα, και ως τέτοια θεωρεί την απλή ματαιοδοξία, τη νεανική επίδειξη και την πρόθεση συγκρίσεως με το πρωτότυπο και τον δημιουργό του. Έπειτα διερευνά τους λόγους που μας ωθούν στη μετάφραση προτείνοντας δυο, ψυχαναλυτικές θα λέγαμε σήμερα, έννοιες: τον πόθο της ανταποδόσεως και τον πόθο της συνεργασίας.

«Εκείνο που προ πάντων και συνηθέστερα ωθεί ακατάσχετα κ’ εξακολουθητικά κ’ επαναληπτικά προς τον πειρασμό της αποδόσεως ενός έργου σε μιαν άλλη γλώσσα -στη γλώσσα μας ας πούμε-, είναι κάτι σαν ο αόριστος πόθος μιας ανταποδόσεως, ή ακόμη περισσότερο, σαν ο αόριστος πόθος συνεργασίας με τον καλλιτέχνη του, που μας γοητεύει. Μόνον κάμνοντας μια μετάφραση, υπάρχει τρόπος να κατορθώσωμε να συμμετάσχωμε, ταπεινά και φλογερά μαζί, στην αναπαραγωγή, στην αναδημιουργία ενός γοητευτικού έργου».

Αξίζει να σταθούμε λίγο σ’ αυτές τις δύο έννοιες: ο πόθος της ανταποδόσεως, όπως τον εννοεί ο Τέλλος Άγρας, καθιστά τον μεταφραστή φορέα μιας συγκίνησης. Αφού, ως αναγνώστης του πρωτότυπου κειμένου, έγινε δέκτης της συγκίνησης, τώρα επιθυμεί, μέσω της μετάφρασης, να καταστεί πομπός της. Όσο για τον πόθο της συνεργασίας, δεν είναι παρά η έσχατη απόπειρα, κι εν τέλει η νόμιμη φιλοδοξία, να οικειοποιηθούμε το ξένο έργο που μας συγκίνησε και να προσθέσουμε το όνομά μας πλάι στο όνομα του καλλιτέχνη που μας γοητεύει.

Αφού προσδιορίσει τους βαθύτερους ψυχολογικούς λόγους που μας ωθούν στη μετάφραση, ο Τέλλος Άγρας εξετάζει την προέλευση του πρωτότυπου έργου, θεωρώντας ότι πηγή του είναι η μίμηση της φύσης, και την προέλευση της μετάφρασης, θεωρώντας ότι η τελευταία πηγάζει από τη μίμηση της τέχνης. Στην ουσία, υποστηρίζει ο Άγρας, πρόκειται για την ίδια διεργασία: «Απομίμηση λοιπόν, ομοίωμα της φύσεως, είναι η δημιουργία· και η μετάφραση ομοίωμα κι’ απομίμηση της τέχνης. Και ο πόθος της απομιμήσεως της φύσεως, και ο πόθος της απομιμήσεως της Τέχνης, είναι μία και η αυτή εκδήλωση της ενεργείας, της προθέσεως, (που είναι ταυτόσημη έννοια προς τη ζωή), προεκτεταμένης επάνω στο καθαρό καλλιτεχνικόν επίπεδο».

H εξίσωση της πρωτότυπης καλλιτεχνικής δημιουργίας με τη μετάφραση ή, έστω, η αναγνώριση ότι τόσο η μία όσο και η άλλη προέρχονται από την ίδια ρίζα και εκκινούν από την ίδια αφετηρία, είναι μια θέση αρκετά προχωρημένη για την ελληνική λογοτεχνία, τουλάχιστον τους καιρούς κατά τους οποίους διατυπώνεται. Την ίδια περίπου εποχή στην Ευρώπη ο μοντερνισμός προτείνει την αυτόνομη θεώρηση του μεταφρασμένου κειμένου και ο Έζρα Πάουντ αναγνωρίζει τη μετάφραση ως μία από τις κατηγορίες της λογοτεχνικής κριτικής.

Στη συνέχεια του προλόγου του, ο Τέλλος Άγρας διακρίνει τρεις τύπους μετάφρασης και, αντιστοίχως, τρεις κατηγορίες μεταφραστών. Στην πρώτη περίπτωση ο μεταφραστής είναι ο άγουρος καλλιτέχνης που παρασύρεται από τις παρορμήσεις του, από τον ζωικό και επομένως καθόλου πνευματικό πόθο της άμιλλας, και η μετάφραση δεν αντιστοιχεί παρά στην εκπλήρωση μιας παιδιάστικης επιθυμίας, σ’ ένα τυχαίο και ασυνείδητο παιγνίδι όπου ο μεταφραστής παγιδεύεται υπακούοντας στα ταπεινότερα ένστικτά του. Αντιθέτως, για τον Άγρα ο πραγματικός καλλιτέχνης «είναι τύπος απορροφητικός, παθητικός, εσωτερικός· αναλύοντας και μελετώντας ενδοσκοπικά τον εαυτό του, είναι πολύ σοφός, ώστε να μην ξεπέσει στο ταπεινότερον επίπεδο της προσπαθείας... και πολύ ώριμος, ώστε να μην αναγνωρίσει σημασία στις έννοιες της εργασίας και της οράσεως μέσα στην καθαρά αισθητική σφαίρα του». Χωρίς να καταδικάζεται ευθέως, είναι φανερό ότι αυτός ο τύπος μετάφρασης δεν υιοθετείται από τον Τέλλο Άγρα, καθώς αφορά σε αδιαμόρφωτες καλλιτεχνικές προσωπικότητες, οι οποίες δεν έχουν ακόμα κατορθώσει να περάσουν στο στάδιο εκείνο της πνευματικότητας που είναι απαλλαγμένο από τα πάθη (τη φιλοδοξία, την άμιλλα, τη συνειδητή προσπάθεια) της οργανικής καταγωγής τους.

Στη δεύτερη περίπτωση η μετάφραση παρουσιάζεται ως ηθοποιία και ο μεταφραστής ως ηθοποιός. Πρόκειται για την περίπτωση εκείνη όπου «ο μεταφραστής ντύνεται από μια-μια, παιχνιδιάρικα και σαν δοκιμαστικά, τις ξένες προσωπικότητες, ανευρίσκοντας σε κάθε μια κάτι από τον πολύμορφον εαυτό του. Γεμίζει το αδειανό εγώ του από άπιαστους αντικατοπτρισμούς. Aυτοεξαφανίζεται μέσα στο εγώ των άλλων, ζώντας ολοένα, με μιαν αδιάσπαστη αυθυποβολή, ζώντας τις θεϊκές υπάρξεις, που δημιουργούν οι συγγραφείς και οι ποιηταί». Αυτός ο τύπος μετάφρασης προϋποθέτει επομένως την εξαφάνιση της προσωπικότητας του μεταφραστή, ο οποίος υποδύεται κάθε φορά την προσωπικότητα του ξένου συγγραφέα που μεταφράζει. Έτσι η μετάφραση, από δημιουργική ενασχόληση, υποβαθμίζεται σε μια παθητική, μιμητική διαδικασία και ο μεταφραστής παραιτείται από τον ενεργητικό ρόλο τού εν δυνάμει δημιουργού για να περιοριστεί στον παθητικό ρόλο του απλού ερμηνευτή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τρίτη περίπτωση, διότι σ’ αυτή την κατηγορία ο Τέλλος Άγρας ταξινομεί τον εαυτό του. Πρόκειται για τη μετάφραση ως μαθητεία και τον μεταφραστή ως μαθητή:

«Επί τέλους, η προέλευση των μεταφράσεων είναι, όχι σπανίως, και τρίτη, ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο, -όπως ίσως συμβαίνει όχι και πολύ μακριά μας,- περισσότερον αυτή άξια συμπαθείας: είναι η περίπτωση που η ξένη προσωπικότης γίνεται το άσυλο (και το δεσμωτήριο) μιας ορφανής και άστεγης εμπνεύσεως, αποδιωγμένης και ζητώντας στέγη να σταθεί: και τότε, ένας είναι ο μεταφραζόμενος ποιητής [...]. H μισοτελειωμένη -η οριστικά πια μισοτελειωμένη- ποιητική συνείδηση, που ποτέ δε θα ολοκληρωθή σε τετράπλευρον έργο και σε προσωπικήν αρτιότητα, απορροφάται τότε μέσα σε μιαν άλλη.

»Aισθάνεται κανείς τόσο καλά εκεί μέσα, ώστε σπανίως (και μάλιστα όχι χωρίς αξιόποινην αχαριστία) σκέπτεται πια να ξαναφύγει. Ύστερα από έρευνες άκαρπες και άδειες, εκεί είναι επί τέλους ασφάλεια. Eίναι η περισυλλογή στον εαυτό μας, που ένας άλλος -αδιάφορο!- είχε τη δύναμη, που μας λείπει, να συλλάβει, να σαρκώσει και να καταυγάσει. Mέσα στην ξένην τροχιά, κ’ η προσπάθειά μας, η χαμένη στο δρόμο της, ξαναβρίσκει τις χαμένες της πατημασιές. Kι αφηνόμαστε σιγά-σιγά και με ηδονή, ώστε να περάση, να διαμειφθή το εγώ μας, το ασήμαντο και ατροφικό, μέσα στο ευρύτερον εγώ το ξένο, κ’ είμαστε ευχαριστημένοι, είμαστε ευγνώμονες να γίνωμε άξιοι να πλουτίσωμε αυτό το ξένον εγώ με μερικά εντελώς προσωπικά μας σημάδια, που εξωραΐζουν το ξένο έργο, χωρίς και μόνα τους να μπορούν ν’ απαρτίσουν σύνθεση και αυτοτέλεια. - Είναι τόσο μοιραίο, καμμιά φορά, να είναι κανείς μαθητής! Ταυτιζόμενος με την αποστολή του, βρίσκει επί τέλους την υπέρτατη ικανοποίηση.

»Aν φιλοσοφήσει κανείς, σταθεροποιείται τότε κι’ από πεποίθηση στην ιδέα αυτή της ασφαλείας του. Γιατί να μιμηθείς, αντί ν’ αποδώσεις ό,τι υπάρχει; γιατί να ριψοκινδυνεύσεις, για ό,τι οι άλλοι έχουν ήδη έτοιμο; γιατί να χαράξεις μια κωμική παράλληλη γραμμή, όταν οι ανθρώπινοι στοχασμοί βρίσκουν διέξοδον από μιαν άλλη, εξαίσια χαραγμένη; γιατί όλες αυτές οι ματαιοδοξίες; γιατί αυτή η οπισθοδρόμηση και ο συμβαδισμός με τα παρωχημένα, ενώ η δημιουργία μόνο σαν προέκταση, σαν προσθήκη, σα συνέχιση του παρόντος είναι δικαιολογημένη;

»Θα ήταν κανείς ακόμη συνεπέστερος με τον ορθό λόγο, αν είχε περιορισθεί ν’ απολαύσει μόνο τον ξένον ποιητή, τοποθετώντας τον, σαν ένα μεγαλόστομο port-voix, στη θέση της ασθενικής και ανεπαρκούς ιδικής του εκφράσεως: να τον απολαύσει και να μην τον αποδώση. Αλλά η ποιητική ενέργεια θέλει κι’ αυτή να εκδηλωθεί: και, αδύνατη να πλάσει, δουλεύει τα πλασμένα· πέρνει τη θέση που της αξίζει, - της μορφικής απασχολήσεως επάνω στο μετάφρασμα· τη μεταφορά του λέξη προς λέξη· την ευλαβική του επένδυση με πράγματα που δε χρειάζονται το μοιραίο και ανεύθυνο, το έμφυτο ποιητικό ανάστημα, παρά το υπομονητικό κι’ αφοσιωμένο σκύψιμο, την άγρυπνη φροντίδα στο περιμάζεμμα των φραστικών απλώς θησαυρών».

Για να εννοήσουμε πλήρως τις απόψεις που διατυπώνονται παραπάνω, απόψεις που λιγότερο θυμίζουν μεταφραστική θεωρία και περισσότερο συναισθηματική έκρηξη, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις αλλεπάλληλες καλλιτεχνικές κρίσεις που ταλάνιζαν ως ποιητή τον Τέλλο Άγρα και που τον οδήγησαν βαθμιαία σ’ ένα διαρκές συναίσθημα μειονεξίας, στην απώλεια του αυτοσεβασμού και στη συνακόλουθη έλλειψη πίστης στις δημιουργικές του δυνάμεις. Eιδωμένη κάτω από αυτό το πρίσμα, η μετάφραση αποτελεί βεβαίως ένα ασφαλές καταφύγιο, όπου μπορεί κανείς ν’ αξιοποιήσει τις μικρές του δυνατότητες παραιτημένος από φιλοδοξίες και αυταπάτες. O ίδιος ο ποιητής, σ’ επιστολή του στον I. M. Παναγιωτόπουλο, έγραφε χαρακτηριστικά: «Eννόησα από καιρό ότι δεν είναι δυνατόν ν’ αφήσω στον κόσμο άλλο, από μερικές λυρικές κραυγές, διεσπασμένες ανάμεσό τους. Aυτά όμως δεν αρκούν να συγκροτήσουν έργο, ούτε δημόσιαν εμφάνιση. Πιστεύω ότι στην τέχνη δεν υπάρχει άθροισμα προσπαθειών, αλλά ενότης προσπαθειών». Δεν είναι λοιπόν παράξενο που μια τέτοιου είδους αυτοκριτική οδήγησε, εκείνη τουλάχιστον την εποχή, τον Τέλλο Άγρα στην εκτίμηση ότι το ποιητικό του έργο υπολείπεται της μεταφραστικής προσφοράς του. Ευτυχώς για τον ποιητή, ο χρόνος φρόντισε να τον διαψεύσει. Σήμερα η αξία και η πρωτοτυπία της ποίησης του Τέλλου Άγρα αναγνωρίζεται ομόθυμα, ενώ οι μεταφράσεις του, συγκρινόμενες μάλιστα με τις μεταφράσεις άλλων συνοδοιπόρων της γενιάς του, του Καρυωτάκη παραδείγματος χάριν ή του Mήτσου Παπανικολάου, φαντάζουν υποδεέστερες από το ποιητικό του έργο.

Πόρφυρας, τεύχος 139

Βλέπε και: Μεταφράζεται η ποίηση;

« Last Edit: 29 Aug, 2011, 11:55:35 by spiros »


 

Search Tools