διαπερατός & διαπεραστικός

Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80219
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
διαπερατός & διαπεραστικός

διαπερατός -ή -ό [δiaperatós] Ε1 : που μπορεί κάποιος ή κτ. να τον διαπεράσει: Πετρώματα μη διαπερατά από το νερό.
[λόγ. < αρχ. διαπερα- (διαπερῶ) `διαπερνώ΄ -τός μτφρδ. γαλλ. perméable]


διαπεραστικός -ή -ό [δiaperastikós] Ε1 : που γίνεται έντονα αισθητός: Διαπεραστικό ψύχος. Διαπεραστική οσμή. ~ πόνος. || Διαπεραστική ματιά. Διαπεραστικό βλέμμα. || (για ήχο) που είναι οξύς και ενοχλητικός: Mια διαπεραστική φωνή / κραυγή. διαπεραστικά ΕΠIΡΡ.
[λόγ. < αρχ. διαπερασ- (διαπερῶ) `διαπερνώ΄ -τικός μτφρδ. γαλλ. pénétrant]
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Frederique,
Όσο πιο διαπεραστικός είναι αυτός που διαπερνά/διαπερά τόσο ευκολότερα διαπερνιέται/διαπεράται ο διαπερατός... :-)



 

Search Tools