doxx → δημοσιεύω προσωπικές πληροφορίες κάποιου στο Διαδίκτυο, αποκαλύπτω ταυτότητα χρήστη ανώνυμου λογαριασμού

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 833996
    • Gender:Male
  • point d’amour
doxx → δημοσιεύω προσωπικές πληροφορίες κάποιου στο Διαδίκτυο, αποκαλύπτω ταυτότητα χρήστη ανώνυμου λογαριασμού

doxx, dox, doxxing, doxing
Phonetic respelling of docs, which is a short form of documents.
(Internet, slang) To publish personal information (of an individual) on the Internet.
(Internet, slang) To reveal who the operator of an anonymous online account is without their consent.
doxx - Wiktionary

Finnish: doxxata; German: doxen; Russian: до́ксить, разглаша́ть конфиденциа́льную информа́цию; Spanish: doxear, doxxear
« Last Edit: 04 Apr, 2022, 11:23:35 by spiros »


 

Search Tools