злополучный → κακορίζικος, κακότυχος, αδικημένος από την τύχη, απόκληρος της τύχης, άμοιρος

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 853816
    • Gender:Male
  • point d’amour
unterm Unglücksstern geboren → κακορίζικος, κακότυχος, αδικημένος από την τύχη, απόκληρος της τύχης, άμοιρος

Ill-fated by destiny, the fate of the person being “written in the stars”.
star-crossed - Wiktionary

Bulgarian: злочест; Galician: astroso; German: unsternbedroht, unterm Unglücksstern geboren; Japanese: 薄幸, 薄運; Latin: astrosus; Russian: злополучный, злосчастный


 

Search Tools