have an in with → έχω μέσο, έχω άκρη, έχω άκρες, έχω κονέ, έχω μπάρμπα στην Κορώνη

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 834012
    • Gender:Male
  • point d’amour
have an in with → έχω μέσο, έχω άκρη, έχω άκρες, έχω μπάρμπα στην Κορώνη
Have an in with - Idioms by The Free Dictionary
« Last Edit: 28 Jan, 2022, 09:52:46 by spiros »


 

Search Tools