lend an ear → ακούω προσεκτικά, τείνω ευήκοον ους, τείνω ευήκοα ώτα, ακούω υπομονετικά, ακούω με κατανόηση, δίνω προσοχή, δίνω βάση, είμαι όλος αυτιά, τεντώνω τ' αυτιά μου, ακούω με προσοχή

spiros · 4 · 3062

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 827181
    • Gender:Male
  • point d’amour
lend an ear → ακούω προσεκτικά, τείνω ευήκοον ους, τείνω ευήκοα ώτα, ακούω υπομονετικά, ακούω με κατανόηση, δίνω προσοχή

Also, lend one's ear.  Pay attention, listen, as in "Friends, Romans, countrymen, lend me your ears" (Shakespeare, Julius Caesar , 3:2). This idiom may be obsolescent.
« Last Edit: 11 Jul, 2013, 13:16:41 by spiros »







 

Search Tools