στοιβάδα ή στιβάδα; → στιβάδα

iogo · 4 · 43451

iogo

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 46548
    • Gender:Male
  • ignoramus et ignorabimus
στοιβάδα ή στιβάδα;

Βλέπω πως πολλά κείμενα ιατρικού περιεχομένου την γράφουν με «οι»

Η αμφιβολία προέκυψε εδώ και εδώ.

στιβάδα η [stiváδa] Ο26 : πυκνό και παχύ στρώμα ύλης: Στιβάδες χιονιού· (πρβ. χιονοστιβάδα). || (ανατ.) ιστός που αποτελείται από ομοειδή στοιχεία: Οι στιβάδες του δέρματος. Επιθηλιακή / λιπώδης ~.
« Last Edit: 16 Feb, 2022, 21:37:44 by spiros »
"Io non odio persona al mondo, ma vi sono cert'uomini ch'io ho bisogno di vedere soltanto da lontano".
Ugo Foscolo - "Ultime lettere di Jacopo Ortis"


Dr Moshe

  • Moderator
  • Full Member
  • *****
    • Posts: 301
    • Gender:Male
  • Shir HaShirim 8:6,7
Όπως σωστά παρατήρησε ο αγαπητός φίλος, η σωστή γραφή είναι στιβάδα (με -ι-), αρχαία λέξη με σημασία «στρώμα, στρώση», που σχετίζεται με το ρήμα στείβω και με τα παράγωγα στίβος, στιβαρός. Ίσως έχει νόημα να σημειωθεί ότι μεσαιωνικά κείμενα παρουσιάζουν πολύ νωρίς την εσφαλμένη γραφή στοιβάδα, παρασυνδέοντας τη λέξη με το ρήμα στοιβάζω. Ευχαριστώ.
A Reina, mi tesoro

אשׁת־חיל מי ימצא ורחק מפנינים מכרה :Mishle משׁלי  31:10
A woman of valour who can find? For her price is far above rubies (JPS)



iogo

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 46548
    • Gender:Male
  • ignoramus et ignorabimus
Εγώ ευχαριστώ, Dr Moshe ;)
"Io non odio persona al mondo, ma vi sono cert'uomini ch'io ho bisogno di vedere soltanto da lontano".
Ugo Foscolo - "Ultime lettere di Jacopo Ortis"


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 834404
    • Gender:Male
  • point d’amour
Το λήμμα στιβάδα από το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας:

στιβάδα στι-βά-δα ουσ, (θηλ.), (εσφαλμ.) στοιβάδα 1. καθένα από τα στρώματα πυκνής ομοιογενούς ύλης: επιφανειακή / θαλάσσια στιβάδα. στιβάδα αερίου / εδάφους (=ορίζοντας) / ιζήματος / ορυκτού. Βλ. χιονοστιβάδα. | (ΒΙΟΛ. για ιστό:) Οι στιβάδες των αγγείων / του δέρματος (: εξωτερική στιβαδα. ΣΥΝ. επιδερμίδα· εσωτερική στιβάδα. ΣΥΝ. χόριο, υποδόριος ιστός) / της καρδιάς / των κυττάρων. Μυϊκή στιβάδα. Βασική / διαυγής / κεράτινη / κοκκιώδης στιβάδα της επιδερμίδας. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. επίπεδο που χαρακτηρίζει την κατάσταση ενός συγκεκριμένου αριθμού ηλεκτρονίων, τα οποία συνδέονται με έναν πυρήνα: ατομική στιβάδα Τα ηλεκτρόνια της εξωτερικής στιβάδας (=ηλεκτρόνια σθένους), Δομή σε στιβάδες. * ΣΥΜΠΛ.: στρώμα / στιβάδα του όζοντος βλ. όζον [< αρχ. στιβάς, γαλλ. couche]

Και μια ομοιοκαταληξία -:)
τριβάδα → tribade, tribas, lesbo, lesbian, lez, les
« Last Edit: 14 Feb, 2022, 11:52:13 by spiros »



 

Search Tools