Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => Greek monolingual forum => Topic started by: marian m on 15 Dec, 2006, 18:31:26

Title: επιστράτευση
Post by: marian m on 15 Dec, 2006, 18:31:26
I really have looked this up in various dictionaries (Greek monolingual and Greek/ English) but I'd have to say that I'm more confused after reading them than before. I was hoping somebody could help me. Thanks! :-)

Is this word closer to

"conscription" -- in other words, something that's compulsory

or

"recruitment" -- more of an invitation to join.

btw:  I've also seen mobilization . . .
Title: Re: επιστράτευση
Post by: wings on 15 Dec, 2006, 18:36:17
Mobilization is the act of assembling and making both troops and supplies ready for war. The word mobilization was first used, in a military context, in order to describe the preparation of the Prussian army during the 1850s and 1860s. Mobilization theories and techniques have continuously changed from then till today. Notably, before World War I and World War II, several countries developed intricate plans to achieve a fast and effective mobilization in case of war.

Mobilization can be complete, or partial, in which case only a part of the reserves is called up.
https://en.wikipedia.org/wiki/Mobilization

ΛΚΝ (http://www.komvos.edu.gr/dictionaries/dictonline/DictOnLineTri.htm)
επιστράτευση η [epistrátefsi] O33  : 1α.το σύνολο των ενεργειών που γίνονται με σκοπό την άμεση μετάπτωση μιας χώρας, ιδίως των ένοπλων δυνάμεών της, από την κατάσταση ειρήνης σε κατάσταση πολέμου: Γενική / μερική / μυστική ~. Διάταγμα για ~. Kήρυξη / λήξη της επιστράτευσης. Σχέδιο επιστράτευσης. Kέντρο / μονάδα επιστρατεύσεως. H Eλλάδα απάντησε στην τουρκική εισβολή με γενική ~. || H (πολιτική) ~, που αφορά πολίτες όχι στρατιωτικούς. Aνακοινώθηκε η ~ των απεργών, η αναγκαστική επιστροφή στην εργασία ύστερα από απόφαση της κυβέρνησης. Kάτω η ~, ως σύνθημα. β. πρόσκληση κάποιου να καταταγεί στο στρατό σε περίοδο πολέμου ή να λάβει μέρος σε στρατιωτική άσκηση σε περίοδο ειρήνης. ANT αποστράτευση: ~ εφέδρων. 2. (μτφ., σπάν.) χρησιμοποίηση μέσων ή δραστηριοποίηση κάποιου για την επίτευξη ενός στόχου, την αντιμετώπιση μιας δύσκολης κατάστασης.  [λόγ. < αρχ. ἐπιστράτευ(σις) `εκστρατεία΄ -ση]