Γλωσσάριο όρων διερμηνείας

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823340
    • Gender:Male
  • point d’amour
αντίστροφη διερμηνείαretour interpretingΔιερμηνεία από τη γλώσσα Α (μητρική ή πλέον ισχυρή) προς τη γλώσσα Β.
γλώσσα πηγήsource languageΓλώσσα από την οποία γίνεται η διερμηνεία.
γλώσσα στόχοςtarget languageΓλώσσα προς την οποία γίνεται η διερμηνεία.
γλώσσες εργασίαςworking languagesΟι γλώσσες από και προς τις οποίες μπορεί να εργαστεί ένας διερμηνέας. Η AIIC (Διεθνής Ένωση Διερμηνέων Συνεδρίων) έχει κάνει την εξής ταξινόμηση: Γλώσσες A, Β και C, όπου Α=φυσική ή καλύτερη «ενεργή» γλώσσα, Β= «ενεργή» γλώσσα σε επίπεδο σχεδόν φυσικής, Γ= «παθητική» γλώσσα, η γνώση της οποίας επιτρέπει «πλήρη κατανόηση». Σύμφωνα με τη δυτική παράδοση, στη διερμηνεία συνεδρίων προτιμάται η διερμηνεία από τις γλώσσες Β και Γ προς την Α, χωρίς όμως να αποκλείεται και η διερμηνεία προς τη Γλώσσα Β σε τοπικές αγορές.
γλωσσικό ζεύγοςlanguage pairΟι δύο γλώσσες που λειτουργούν ως γλώσσα πηγή και γλώσσα στόχος για έναν διερμηνέα σε μια συγκεκριμένη δουλειά.
γλωσσικός- πολιτισμικός μεσολαβητήςlinguistic- cultural mediatorΌρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον κοινοτικό διερμηνέα.
διαγλωσσικός διαπολιτισμικός μεσολαβητήςinterlingual intercultural mediatorΌρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον κοινοτικό διερμηνέα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτισμική εγγύτητα.
διαδοχική διερμηνείαconsecutive interpretingΗ διαδοχική είναι ένας από τους δύο τρόπους διερμηνείας. Υπάρχουν δύο μορφές διαδοχικής διερμηνείας: 1. Η μακροσκελής ή κλασική διαδοχική χρησιμοποιείται συνήθως σε χώρους διερμηνείας συνεδρίων, όπου ο διερμηνέας ακούει το σύνολο των σχολίων του ομιλητή ή μια μεγάλη παράγραφο και κατόπιν αποδίδει την ομιλία με τη βοήθεια σημειώσεων που κράτησε ενώ άκουγε.
διαπιστευμένος διερμηνέαςaccredited interpreterΈνας διερμηνέας που έχει περάσει τα κριτήρια ελέγχου ενός συγκεκριμένου οργανισμού και έχει λάβει συγκεκριμένη αναγνώριση ή διαπίστευση. Ένας διαπιστευμένος διερμηνέας ΔΕΝ είναι απαραίτητα Πιστοποιημένος Διερμηνέας, Πιστοποιημένος Δικαστικός Διερμηνέας ή Πιστοποιημένος Διερμηνέας Συνεδρίων.93
διαπίστευσηaccreditationΗ αναγνώριση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή προγραμμάτων κατάρτισης ότι πληρούν και τηρούν τα πρότυπα, κάτι το οποίο κατόπιν πιστοποιεί ότι οι απόφοιτοί τους είναι σε θέση να ασκήσουν το επάγγελμα.
διαπολιτισμική μεσολάβησηintercultural mediationΔιαδικασία με την οποία ένα άτομο διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα και δεν έχουν τις ίδιες πολιτισμικές καταβολές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται εδώ στη μεταφορά των πολιτισμικών στοιχείων και δευτερευόντως των γλωσσικών.
διαφάνεια στη διερμηνείαtransparencyΗ αρχή βάσει της οποίας κατά τη διάρκεια της συνάντησης ο διερμηνέας πληροφορεί τα μέρη για οποιαδήποτε ενέργεια θα ακολουθήσει, όπως το να μιλήσει για τον εαυτό του, εκτός της άμεσης διερμηνείας.
δίγλωσσοςbilingualΈνα άτομο που έχει υψηλό βαθμό επάρκειας σε δύο γλώσσες. Ένα υψηλό επίπεδο διγλωσσίας είναι το ελάχιστο προσόν για έναν ικανό διερμηνέα, αλλά από μόνο του δεν διασφαλίζει την ικανότητα διερμηνείας.
Διεθνής Ένωση Διερμηνέων ΣυνεδρίωνInternational Association of Conference Interpreters (AIIC)Η Διεθνής Ένωση Διερμηνέων Συνεδρίων είναι η μόνη παγκόσμια ένωση διερμηνέων συνεδρίων και συγκεντρώνει πάνω από 3000 επαγγελματίες από όλες τις ηπείρους)
διερμηνέας ad hocad hoc interpreterΈνα μη εκπαιδευμένο άτομο που δηλώνει ότι διαθέτει επάρκεια στο σχετικό γλωσσικό ζεύγος, στο οποίο καλείται ή προσφέρεται εθελοντικά να κάνει διερμηνεία.
διερμηνέαςinterpreterΈνα άτομο που διευκολύνει την προφορική επικοινωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών που δεν μοιράζονται μια κοινή γλώσσα, αποδίδοντας όσο το δυνατόν πιο πιστά το αρχικό μήνυμα από τη γλώσσα πηγή στη γλώσσα στόχο.
διερμηνεία δύο φάσεωνrelay interpretingΌταν ο γλωσσικός συνδυασμός των διαθέσιμων διερμηνέων δεν επιτρέπει την «άμεση» διερμηνεία, τότε ανατρέχουμε σε μια έμμεση διαδικασία διερμηνείας μέσω μια τρίτης γλώσσας, η οποία συνδέει την απόδοση δύο (ή περισσότερων) διερμηνέων, με την απόδοση του ενός διερμηνέα να λειτουργεί ως πηγή για κάποιον άλλον. (Pochhacker, 21) Μολονότι αυτό το είδος διερμηνείας είναι απαραίτητο για κάποιες λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες, θα πρέπει να αποφεύγεται όπου είναι δυνατόν διότι αυξάνει τον κίνδυνο ανακριβειών στη διερμηνεία.
διερμηνεία εξ αποστάσεωςremote interpretingΗ διερμηνεία που παρέχεται από έναν διερμηνέα ο οποίος δεν βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τους ομιλητές, π.χ. τηλεφωνική διερμηνεία ή μέσω τηλεδιάσκεψης.
διερμηνεία επαφήςcontact interpretingΣυνώνυμο της επάλληλης διερμηνείας.
διερμηνεία όψεωςsight interpretingΜετατροπή από γραπτό υλικό σε μία γλώσσα σε προφορική εκδοχή σε μια άλλη γλώσσα. «Η παραγωγή του κειμένου-στόχος είναι ταυτόχρονη όχι με την εκφορά του κειμένου πηγή αλλά με την (οπτική) πρόσληψη από τον διερμηνέα σε πραγματικό χρόνο του γραπτού κειμένου-πηγή» (Pochhacker, 19).
διερμηνεία προς δύο κατευθύνσειςbidirectional interpretingΔιερμηνεία μεταξύ δύο γλωσσών, όπου η κάθε μία λειτουργεί ως γλώσσα πηγή και γλώσσα στόχος.
διερμηνεία σε διακοινωνικές δομέςinterpreting in inter-social structuresΕπαφή μέσω διερμηνείας μεταξύ κοινοτήτων που μιλούν διαφορετικές γλώσσες. Στο είδος αυτό ανήκουν οι εξής: επιχειρηματική διερμηνεία, επάλληλη διερμηνεία, διπλωματική διερμηνεία, στρατιωτική διερμηνεία. (Pochhacker, 13-14).
διερμηνεία σε ενδοκοινωνικές δομέςinterpreting in intra-social structuresΕπικοινωνία εντός ετερόγλωσσων τμημάτων μιας πολυ-εθνοτικής κοινωνίας. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι: δικαστική διερμηνεία, εκπαιδευτική διερμηνεία, διερμηνεία στην υγειονομική περίθαλψη, τηλεοπτική διερμηνεία. (Pochhacker, 13-15)
διερμηνεία σε πρώτο πρόσωποfirst-person interpretingΗ διερμηνεία που γίνεται με τη χρήση του πρώτου προσώπου, χρησιμοποιώντας την προσωπική αντωνυμία «εγώ», κάτι που είναι επίσης γνωστό και ως διερμηνεία σε άμεσο λόγο.
διερμηνεία στην τηλεδιάσκεψηςvideo conference interpretingΔιερμηνεία εξ αποστάσεως όπου γίνεται χρήση βιντεοκάμερας, όταν ένα ή περισσότερα από τα μέρη της διερμηνείας δεν είναι παρόντα στον χώρο της συνάντησης. Επιτρέπει στα μέρη να έχουν οπτική και ακουστική επαφή μεταξύ τους μέσω μιας οθόνης.
διερμηνεία στην υγειονομική περίθαλψηhealthcare interpretingΗ διερμηνεία που διεξάγεται σε δομές της υγειονομικής περίθαλψης, όπου ο διερμηνέας καλείται να εργαστεί είτε διαδοχικά είτε ταυτόχρονα για ένα άτομο που μιλάει περιορισμένα ή καθόλου την ελληνική γλώσσα.
διερμηνεία συνεδρίωνconference interpretingΜια μορφή διερμηνείας που λαμβάνει χώρα σε συνεδριακό χώρο και συνήθως περιλαμβάνει τη διερμηνεία ομιλιών ή παρουσιάσεων. Μπορεί να είναι διαδοχική ή ταυτόχρονη, αλλά ο διερμηνέας εργάζεται προς «μία κατεύθυνση» της γλωσσικής μεταφοράς μόνο, συνήθως προς την πρώτη του ή προτιμητέα γλώσσα (στα όργανα της Ευρωπαϊκής
διερμηνεία συνοδείαςescort interpretingΗ διερμηνεία που λαμβάνει χώρα όταν ένας διερμηνέας συνοδεύει ένα άτομο που μιλά περιορισμένα ή καθόλου την ελληνική γλώσσα για ένα προκαθορισμένο χρόνο και διευκολύνει την επικοινωνία σε διαφορετικούς χώρους και πλαίσια.
διερμηνείαinterpretingΜια μορφή μετάφρασης κατά την οποία παράγεται μια πρώτη και τελική απόδοση σε μια άλλη γλώσσα στη βάση μίας και μοναδικής παρουσίασης ενός εκφωνήματος σε μια γλώσσα πηγή. (Pochhacker, 11)
δικαστική διερμηνείαcourt interpretingΗ διερμηνεία που λαμβάνει χώρα στον χώρο ενός δικαστηρίου, όπου ο διερμηνέας καλείται να εργαστεί είτε διαδοχικά είτε ταυτόχρονα για ένα άτομο που μιλά περιορισμένα ή καθόλου ελληνικά και παίρνει μέρος σε μια δίκη.
εκφώνημαutteranceΕκφώνημα ονομάζεται ένα κομμάτι γλώσσας, πριν και μετά από το οποίο υπάρχει παύση (σιωπή) και αντιστοιχεί στον λόγο που παράγει ένας συγκεκριμένος ομιλητής σε μια συγκεκριμένη περίσταση επικοινωνίας. Το μήκος ενός εκφωνήματος μπορεί να είναι μεγαλύτερο, ίσο ή μικρότερο από μία πρόταση - ακόμη και μόνο μια φράση ή μια λέξη. (Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα)
επαγγελματίας διερμηνέαςprofessional interpreterΈνα δίγλωσσο άτομο με κατάλληλη εκπαίδευση και εμπειρία, που είναι σε θέση να κάνει διερμηνεία με συνέπεια και ακρίβεια και ακολουθεί τα Πρότυπα Άσκησης του Επαγγέλματος και τις Δεοντολογικές Αρχές.
επάλληλη διερμηνείαliaison interpretingΔιερμηνεία που διεξάγεται κυρίως σε εμπορικές διαπραγματεύσεις.
επίπεδο ύφουςregisterΈνα υφολογικό ή/και κοινωνικό επίπεδο γλώσσας που χρησιμοποιείται από έναν ομιλητή. Η επιλογή ενός ομιλητή για το επίπεδο ύφους που θα χρησιμοποιήσει προσδιορίζεται γενικά από το συγκεκριμένο θέμα, τα μέρη στα οποία απευθύνεται και την προσλαμβανόμενη επισημότητα της περίστασης. Το επίπεδο ύφους συνδέεται επίσης και με το είδος της δραστηριότητας, το επίπεδο εκπαίδευσης κ.λπ. (π.χ. ανεπίσημο, νομικό, ιατρικό, επιστημονικό, θρησκευτικό).
κοινοτική διερμηνείαcommunity interpretingΔιερμηνεία δύο κατευθύνσεων που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια επικοινωνίας μεταξύ ομιλητών διαφορετικών γλωσσών. Το πλαίσιο είναι η παροχή δημοσίων υπηρεσιών, όπως κοινοτικές υπηρεσίες ή υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης και πραγματοποιείται σε χώρους όπως κυβερνητικά γραφεία, κοινοτικά κέντρα, νομικές δομές, εκπαιδευτικά ιδρύματα και κοινωνικές υπηρεσίες. Έχουν χρησιμοποιηθεί και άλλοι όροι για να περιγράφουν την κοινοτική διερμηνεία, όπως «διερμηνεία για δημόσιες υπηρεσίες», «πολιτισμική διερμηνεία», «διερμηνεία επαφής» (dialogue interpreting), «διερμηνεία για θεσμούς» (institutional interpreting), «επάλληλη διερμηνεία» (liaison interpreting) και «διερμηνεία ad hoc». Ωστόσο, η κοινοτική παραμένει ο πλέον ευρέως αποδεκτός στον Καναδά.
κοινοτική μετάφρασηcommunity translationΓραπτή μετάφραση κυρίως ενημερωτικών κειμένων, που απευθύνεται από αρχές ή φορείς σε άτομα που δεν κατανοούν κείμενα στη γλώσσα του παραγωγού του κειμένου (Niska, 2002: 14).
λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες (ΛΔΓ)LLD (languages of lesser diffusion)Λιγότερο Διαδεδομένες Γλώσσες.
λήψη σημειώσεωνnote-takingΗ λήψη σημειώσεων, ένα σημαντικό στοιχείο της διαδοχικής διερμηνείας, καθώς οι σημειώσεις λειτουργούν ως εργαλείο για την υποστήριξη της μνήμης, τόσο ως μηχανισμοί εξωτερικής αποθήκευσης (π.χ. για αριθμούς και ονόματα) και ως βοηθητικά στοιχεία για τη διερμηνεία.
μεσάζοντας πολιτισμούculture brokerΌρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον κοινοτικό διερμηνέα.
μεσολαβητής δημοσίων υπηρεσιώνpublic service mediatorΌρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον κοινοτικό διερμηνέα.
μεσολαβώνintermediaryΌρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον κοινοτικό διερμηνέα.
μετάφραση όψεωςsight translationΒλέπε «Διερμηνεία όψεως».
μετάφρασηtranslationΗ διαδικασία μεταφοράς του νοήματος ενός γραπτού κειμένου από μία γλώσσα (πηγή) σε μια άλλη (στόχος), παράγοντας ένα ισοδύναμο κείμενο στόχος που διατηρεί τα στοιχεία του νοήματος, της μορφής και του τόνου.
μεταφραστήςtranslatorΤο άτομο που αποδίδει το νόημα ενός γραπτού κειμένου από μια γλώσσα πηγή σε μια γλώσσα στόχος, παράγοντας ένα ισοδύναμο κείμενο στόχος που διατηρεί τα στοιχεία του νοήματος, της μορφής και του τόνου.
νοηματική γλώσσαsign languageΟι οπτικές γλώσσες που χρησιμοποιούνται από τα Κωφά άτομα. Οι Νοηματικές Γλώσσες είναι φυσικές γλώσσες με τις δικές τους γραμματικές δομές και λεξιλόγιο. Οι Νοηματικές Γλώσσες διαφέρουν ανά χώρα ή περιοχή. Στον Καναδά, για παράδειγμα, υπάρχουν δύο επίσημες Νοηματικές Γλώσσες: η Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα (American Sign Language - ASL), που χρησιμοποιείται από τα μέλη τα Κωφά μέλη της αγγλόφωνης κοινότητας και η Νοηματική Γλώσσα του Κεμπέκ (Langue des signes québécoise - LSQ) που χρησιμοποιείται από τα Κωφά μέλη της γαλλόφωνης κοινότητας.
πάροχος υπηρεσιών διερμηνείας (ΠΥΔ)interpreting service provider (ISP)Άτομο ή οργανισμός που παρέχει υπηρεσίες διερμηνείας.
πελάτηςclientΆτομο ή οργανισμός που αγοράζει ή ζητάει υπηρεσίες διερμηνείας.
πιστοποιημένος διερμηνέαςcertified interpreterΈνας επαγγελματίας διερμηνέας που έχει πιστοποιηθεί ως ικανός από έναν επαγγελματικό οργανισμό μέσω αυστηρών εξετάσεων που βασίζονται σε κατάλληλα και συνεκτικά κριτήρια. Οι διερμηνείς που πέρασαν από περιορισμένη εκπαίδευση ή πέρασαν μια διαδικασία ελέγχου (screening test) από έναν φορέα απασχόλησης δικαστικών και νοσοκομειακών διερμηνέων ή έναν φορέα που παρέχει τέτοιες υπηρεσίες ΔΕΝ θεωρούνται πιστοποιημένοι.
πιστοποίησηcertificationΜια διαδικασία με την οποία ένας επαγγελματικός οργανισμός βεβαιώνει ή πιστοποιεί ότι ένα άτομο έχει τα τυπικά προσόντα να παρέχει μια συγκεκριμένη υπηρεσία. Η πιστοποίηση προϋποθέτει μια τυπική διαδικασία αξιολόγησης, με τη χρήση ενός μέσου που έχει ελεγχθεί για την εγκυρότητα και την αξιοπιστία του, έτσι ώστε ο φορέας πιστοποίησης να είναι βέβαιος ότι τα άτομα που πιστοποιεί έχουν τα προσόντα που απαιτούνται για να παρέχουν υπηρεσίες διερμηνείας. Μια βεβαίωση κατάρτισης ΔΕΝ αποτελεί πιστοποίηση.
πολιτισμική διαμεσολάβησηcultural intermediationΒλέπε «Διαπολιτισμική Μεσολάβηση»
πολιτισμική μεσολάβησηcultural mediationΒλέπε «Διαπολιτισμική Μεσολάβηση»
συνήγοροςadvocate0 όρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι ο κοινοτικός διερμηνέας υπερασπίζεται τα συμφέρονται ενός από τα εμπλεκόμενα μέρη στη διάδραση.
ταυτόχρονη διερμηνείαsimultaneous interpretingΗ σχεδόν άμεση απόδοση του μηνύματος του ομιλητή από τη γλώσσα πηγή στη γλώσσα στόχο. Στις ομιλούμενες γλώσσες, η ταυτόχρονη διερμηνεία προϋποθέτει τη χρήση εξοπλισμού ηλεκτρο-ακουστικής μετάδοσης.
τηλεφωνική διερμηνείαtelephone interpretingΜια μορφή διερμηνείας εξ αποστάσεως, η οποία λαμβάνει χώρα μέσω τηλεφώνου μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων.
τομέαςdomainΑντικείμενο, πεδίο ή κλάδος.
τρόπος διερμηνείαςinterpreting modeΔιάρθρωση και τρόπος διάδρασης εντός της διαδικασίας διερμηνείας. Τα κύρια είδη περιλαμβάνουν: διαδοχική διερμηνεία και ταυτόχρονη διερμηνεία. Υπάρχει επίσης και η ψιθυριστή διερμηνεία και η εξ όψεως μετάφραση/διερμηνεία. Κάθε είδος εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες και συνθήκες.
φορέας πιστοποίησηςcertifying bodyΜια επαγγελματική ένωση που πιστοποιεί διερμηνείς.
φυσική διερμηνείαnatural interpreting/lay interpretingΔιερμηνεία που γίνεται από δίγλωσσα άτομα, χωρίς ειδική εκπαίδευση. (Pochhacker 22)
ψιθυριστή διερμηνείαwhispered interpretingΗ διερμηνεία κατά την οποία ο διερμηνέας κάθεται δίπλα σε ένα ή περισσότερα άτομα που μιλούν ελάχιστα ή καθόλου τη γλώσσα της συνάντησης και ψιθυρίζει, ή μάλλον αποδίδει πολύ χαμηλόφωνα, στη γλώσσα στόχο το περιεχόμενο της ομιλίας. Ονομάζεται και chnchotage.

Πηγή: Αποθετήριο Κάλλιπος: Γλωσσάριο όρων διερμηνείας
« Last Edit: 12 Jul, 2021, 20:50:47 by spiros »


 

Search Tools