be renowned → φημίζομαι, είμαι φημισμένος, είμαι καταξιωμένος, είμαι ξακουσμένος, είμαι ένδοξος, είμαι ξακουστός, είμαι διάσημος

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 835229
    • Gender:Male
  • point d’amour
be renowned → φημίζομαι, είμαι φημισμένος, είμαι καταξιωμένος, είμαι ξακουσμένος, είμαι ένδοξος, είμαι ξακουστός, είμαι διάσημος
renowned → αναγνωρισμένος, φημισμένος, καταξιωμένος, περίφημος, ξακουσμένος, ένδοξος, ξακουστός, διάσημος


 

Search Tools