springloaded → εφοδιασμένος με ελατήριο επαναφοράς, εφοδιασμένο με ελατήριο επαναφοράς, εφοδιασμένη με ελατήριο επαναφοράς

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824523
    • Gender:Male
  • point d’amour
spring load → φορτίζω με ελατήριο
spring-loaded
springloaded → εφοδιασμένος με ελατήριο επαναφοράς, εφοδιασμένο με ελατήριο επαναφοράς, εφοδιασμένη με ελατήριο επαναφοράς


 

Search Tools