set in stone -> έχει οριστεί τελεσίδικα, δεν επιδέχεται αλλαγή, δεν αλλάζει, οριστικός, οριστικός και αμετάκλητος, αμετάκλητος, κανόνας απαράβατος, αμετάβλητος, τετελεσμένο γεγονός, τελειωμένη υπόθεση, τελειωμένη δουλειά, εντελώς σίγουρο, συμφωνημένο, πάει και τελείωσε, μόνιμο, αιώνιο, παγιωμένο




wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72486
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
set in stone
to be very ​difficult or ​impossible to ​change:
The ​schedule isn’t set in ​stone, but we’d like to ​stick to it ​pretty ​closely.
set in stone Meaning in the Cambridge English Dictionary

Δεν πρέπει να θεωρηθεί αμετάβλητο/να εκληφθεί ως αμετάβλητο/να θεωρηθεί ότι δεν επιδέχεται μεταβολή.
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


 

Search Tools