Translation - Μετάφραση

Favourite texts, movies, lyrics, quotations, recipes => Favourite Poetry => Favourite Music and Lyrics => Poetry of Thessaloniki => Topic started by: wings on 06 Jan, 2007, 17:17:36

Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
Post by: wings on 06 Jan, 2007, 17:17:36
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993)

(https://thepoetsiloved.files.wordpress.com/2019/03/pentzikis.jpg)

Γεννήθηκε το 1909 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Φαρμακευτική και Εφηρμοσμένη Οπτική στα Πανεπιστήμια Στρασβούργου και Παρισίων. Εργάστηκε στη Θεσσαλονίκη ως φαρμακοποιός και, συνταξιούχος, ως ιατρικός επισκέπτης. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα τον Απρίλιο του 1935 με το πεζογράφημα «Άνοιξη» (περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες») με το ψευδώνυμο Σταυράκιος Κοσμάς και ως ποιητής, με το ίδιο ψευδώνυμο, με το ποίημα «Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα» (περιοδικό «Το 3ο μάτι», τεύχος 1) τον Οκτώβριο του 1935. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες, υπήρξε ένα από τα δύο ιδρυτικά μέλη της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού «Κοχλίας» και κράτησε τη στήλη της κριτικής των εικαστικών τεχνών στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Το Φύλλο του Λαού». Επίσης, μετέφρασε πολλά λογοτεχνικά και εκκλησιαστικά κείμενα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Ως ζωγράφος παρουσίασε έργα του σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1993.

Ιστοσελίδα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη θα βρείτε στη διεύθυνση: http://pentzikis.ekebi.gr/.

[Πηγή για το βιογραφικό: Η ελληνική ποίηση: Νεωτεριστικοί ποιητές του μεσοπολέμου του Αλέξανδρου Αργυρίου (εκδ. Σοκόλη, τόμος Δ', Αθήνα, 2000)]

Ποιητικές συλλογές:
«Εικόνες», Τυπογραφία Γ. Κ. Κρομμύδα, Αθήνα, 1944
«Ανακομιδή» (εξώφυλλο: Ν. Γ. Πεντζίκης), ανάτυπο από το περιοδικό Διαγώνιος, 1961
«Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά» (εξώφυλλο, οπισθόφυλλο: Ν. Γ. Πεντζίκης), Θεσσαλονίκη, 1980
«Ποιήματα (παλαιοντολογικά)» (εξώφυλλο, οπισθόφυλλο: Ν. Γ. Πεντζίκης), εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη, 1988
«Γραφή Κατοχής» (το ανέκδοτο «Χειρόγραφο 1943» μαζί με άλλα συναφή και παρεμφερή κείμενα), εκδ. Άγρα, Αθήνα 2008

[Πηγή για τη φωτογραφία και την εργογραφία: ΕΚΕΒΙ (http://pentzikis.ekebi.gr/ergografia.htm#)]

Ανθολογημένα ποιήματα:


Κριτικές & εκδηλώσεις για το έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη:

Έγραψαν για τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη:


[ Επιστροφή στο ευρετήριο της ανθολογίας «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα» (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=9084.0) ]
Title: Re: Ο ζωγράφος Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
Post by: wings on 15 Nov, 2007, 15:17:19
Από τη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, ένας πίνακας του Ν. Γ. Πεντζίκη με θέμα την Άνω Πόλη:

(https://www.translatum.gr/forum/proxy.php?request=http%3A%2F%2Fimg30.imageshack.us%2Fimg30%2F3922%2Fpentzikisspiti.jpg&hash=a389d5a749b12032840e5c6880cbbb846213776c)

Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη: «Σπίτι στην Πάνω Πόλη», τέμπερα (Δημοτική Πινακοθήκη).

Θεσσαλονίκη 2.300 χρόνια, Δήμος Θεσσαλονίκης
Πηγή: http://www.thessalonikicity.gr/eikones/HThessalonikitistexnis-Zografiki-15.htm
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1938)
Post by: wings on 04 Dec, 2007, 17:27:03
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή

Όπως ο άνεμος που φέρνει νερό, γέρνει το πλοίο με τα ιστία
απ’ τη μια μπάντα, και περνούν κάτω απ’ την εύδρομη τρόπιδα,
και σκαμπανεβάζουν το κύτος τα πολυκέφαλα κύματα
το ξεφύλλισμα κάποιων αναμνηστικών,
έγειρε την ύπαρξή μου ολόκληρη στη νοσταλγία.

Όπως είναι η βροχή, θέλω να προσδιορίσω,
όταν οι χοντρές στάλες χτυπούν
το ξανθό θερινό χώμα και μεταλλάσσουν την ουσία του
και σηκώνουν τη μυρωδιά.

Όπως είναι η θερινή βροχή, όταν συρτά περνά πάνω στα φύλλα
των δέντρων κι απ’ ανατρίχιασμα κυματίζει
το στρόγγυλο σχήμα τους.

Γιατί το πρόσωπό σου που ζητώ είναι όπως η βροχή η άφθονη,
και τα πράσινα μάτια σου όπως το χρώμα του καιρού, το βαρύ.
Κλεισμένος στην κάμαρη την άγευστη βροχή ακούω να χτυπά
το παράθυρο της μοναξιάς μου.
Γλυκύτατη βροχή, πλούσια σ’ όλον τον τόπο.

(Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» Θεσσαλονίκης, 1938)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Re: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1938)
Post by: banned on 04 Dec, 2007, 21:36:53
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα εξαιρετικό ποίημα, ίσως το καλύτερο του Πεντζίκη. Ιδίως η πρώτη εικόνα είναι εκπληκτική. Καθόλου παλαιοντολογικό. Σημερινό, αυριανό, παντοτινό.  
Title: Re: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1938)
Post by: wings on 04 Dec, 2007, 21:43:55
Ναι, είναι ωραίο ποίημα. Έχει πολύ ζωντανές και δυνατές εικόνες. Ο ζωγράφος Πεντζίκης θαρρώ πως παρεμβαίνει πολλές φορές στα γραπτά του ποιητή.
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πουλιά του νερού
Post by: wings on 30 Dec, 2007, 13:17:14
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πουλιά του νερού

Ολόκληρης της γαμήλιας μαρμαρωμένης πομπής,
τους άγονους λίθους η βροχή χλώρανε με ελπίδες.
Αναστημένη στο ποτάμι πάει η πεντάμορφ’ η νύμφη.
Τα μάτια της πέρ’ από τα δάκρυα τα ταξίδευ’ η ροή.

Σαν ψυχή που γεννιέται κατεβαίνει από ψηλά το νερό.
Γεμίζει γούρνες με καλάμια τριγυρισμένες και χόρτα.
Κατηφοριάζει σκάβοντας ματωμένες πληγές στη γη.
Γάργαρο κυλά της νύμφης πλένοντας τα χέρια.

Το ένα χέρι με τ’ άλλο αποκαθιστούν τη σχέση,
στους μαχαλάδες που το γκρεμισμένο γεφύρι διέζευξε.
Ζωντανή λαχτάρα μέσα στο νερό το χέρι,
σαν φύλλο δέντρου ταξιδεύει νάβρει τ’ όμοιό του,

ανάμεσα σε πολιτείες και ερημιές έως το στόμα,
που φιλά την ανοιχτή έως τ’ αντίπερα θάλασσα,
τη λευκή κραυγή τ’ ουρανού στην ώρα της δοκιμασίας,
που μεταβάλλει σε κοπάδι πουλιά όλο το ψίκι.

(1939)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η διάθεση να χαρίσει ένα κόσμημα
Post by: wings on 01 Jan, 2008, 13:03:42
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η διάθεση να χαρίσει ένα κόσμημα

Είμ’ ένας τεχνίτης που κάνει κοσμήματα
στις μεγάλες στιγμές βρίσκουν στολισμό ο λαιμός και τα δάχτυλα.
Θέλω ένα κόσμημα όχι συνηθισμένο.
Περιορίζουν οι κανόνες και το υλικό,
να γίνει το καινούριο που δεν υπήρχε μέχρι τη στιγμή
όχι απλός στολισμός.
Ευχαριστία στο ευγενικότερο πρόσωπο.

Ένα όνειρο που είδα.
Ήταν: η κίνηση που άνεμος γέρνει τον κλώνο του δέντρου.
Ο κορμός άσπρος με σκούρες σειρές από βαθύ βυσσινί
το σχήμα από τα φύλλα διπλωμένο
φαίνεται η ανάποδη όψη πιο θαμπή.
Ο τόνος ο χρωματικός μιας λόχμης.
Πράσινο.
Άσπρες κοκκίδες στην άκρη από το πριόνι του φύλλου.
Ο μίσχος του φυτού κίτρινος.

Μια σαύρα με χρώματα ποικίλα,
στέκεται στο φως,
η ουρά, πράσινο, μπλε προς το γκρίζο, περιβάλλει την πέτρα.
Ράχη πράσινη, σειρές από μελιτζανί και καφέ, λέπια.
Κεφάλι όμοιο με ατσαλένια πλεχτή προσωπίδα ιππότη.

Ήχος.
Μια εναλλαγή από βήματα
βήματα μικρού παιδιού στο ξύλινο πάτωμα, όταν κρατιέται
ακόμ’ απ’ το κάθισμα.
Τα στρογγυλωπά ποδαράκια γεμίζουν το ρευστό σχήμα του υποδήματος.
Όλα μαζί, ενωμένα στην απρόσωπη χαρά που αισθανόμουν.

(1936)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εσύ
Post by: wings on 03 Jan, 2008, 16:12:36
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εσύ

Τάχα τα χέρια σου λαβωμένα πουλιά,
της ημέρας καθώς κρατούσες την τροφή,
ήταν η ένδειξη, που σου ’δινε πρόσωπο,
μέσα στους ποικίλους ρυθμούς των σπιτιών.

Από τότε που σ’ αντίκρισα στη γωνιά,
προσφιλές του πτωχού ένδυμα ταπεινό,
το γυμνό ευθύ δρόμο ακολουθεί,
όπου σε χάνω, αποζητώντας να σε βρω.

Ανασαίνοντας τη ζωή των ομοίων μου,
στο παρελθόν αντίπερα του γεφυριού,
αποφόρι του πλούτου σπάταλο,
τ’ όνομά σου φυλάγω μυστικό.

Μέσα σ’ έναν θάνατο γυάλινο,
όπου ιδρώνουν της δυστυχίας τα όνειρα,
βλασταίνεις ρίζες μυστικές,
σαν σκοτωμένο ζώο και θεός.

(1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ανάμνηση
Post by: wings on 07 Jan, 2008, 22:07:08
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ανάμνηση

Ανάμνηση ενός ανθρώπου
στιγμές που σβήσαν με την ευκολία του σχηματισμού τους
δεσμώτες στον κύκλο των περιστατικών.
Ποτέ δεν ενεργούμε περισσότερο ώστε να σταματάμε,
λίγο μπορεί να καταλαγιάζουμε τη δράση μας
απορία για την κατασκευή.
Θάλασσα πέφτει σε κύματα η σταθερότητα
πόση αγωνία ώστε να μας σκεπάσει η διάρκεια
ξεχνούμε την ατομική ονομασία της
κλονισμός της συνέχειας της ζωής
εντυπωμένες ποιότητες της ύλης αναφέρω,
νερά αγαπημένα όραμα της θάλασσας,
αγκαλιά ποταμού μαξιλάρι της λίμνης
δέντρο της βλάστησης, πλάτανος, πράσινο
διάπλαση της γης στα μύχια.
Ουρανού προστασία φωτισμός της Σελήνης
άνεμος που τον διψά η αναπνοή
γνώριμο πλοίο με ξύλα προσάρμοσαν
σώμα ανθρώπου ράχη και πρόσωπο.

Χρωματιστές κορδέλες που πλέκονται στα μαλλιά
πράσινο και καφετί, μαβί και κίτρινο
πηγή προσκυνήματος, προσευχή στην εικόνα.

(1940)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Το ναυάγιο
Post by: wings on 09 Jan, 2008, 20:11:56
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Το ναυάγιο

(Λόγια ενός μονόλογου)

Πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή,
να μην περιμένουμε να προσφερθεί η ευγενικιά πολιτισμένη
βοήθεια. Ψέμα είναι. Δε μπορούμε να βασιστούμε παρά
στη δικιά μας μόνο την αρετή. Ποια όμως δύναμη απομένει
όταν το πλοίο από την κούραση έχει βυθιστεί.

Σταχτής, μαβής ουρανός πέφτει
στην πράσινη, κίτρινη θάλασσα πάνω
και η στεριά που αποκόβει
τη φορά των κυμάτων με τον άσπρο αφρό
ούτε απόμακρα δεν φαίνεται σα σύνορο γαλάζιο.

Όταν χωρίσει η ξασπρισμένη μαβιά λωρίδα
της δεύτερης αυγής που παραδέρνουμε στο σκοτεινό στερέωμα
ελπίδα δεν απομένει καμιά.
Όμως για τη ζωή δεν πρέπει να μιλάμε
δεν μας είναι άλλο για να διαλέξουμε
αν η ελπίδα δεν υπάρχει, η θέληση είναι η ζωή
πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή.

Είναι ένας ναυαγός που συλλογίζεται: Πολύ τον βασανίζει το
ρύπος, από τα βρόμικα νερά, που πέφτει απάνω του.

(1939)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εις έν αγίασμα
Post by: wings on 16 Jan, 2008, 22:00:58
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εις έν αγίασμα

Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ύπαρξης
τέλος της ύπαρξης βλέπει μόνο η εντροπή,
αυτή κρατά όλη την έννοια της αμαρτίας της αρχικής,
της αιτίας της αποβολής μας από τον παράδεισο.

Δεν ήθελα να πιστέψω στον άλλο κόσμο, όπου αδώνια
ίαμα ρέει πρόσχαρο, καθάριο, πλούσιο το νερό.
Δεν ήθελα την οδό της συνάντησης, όπου το ένα
το χέρι τείνεται σε χειραψία και βρίσκει τ’ άλλο.

Έτσι βλέποντας το τέλος των πάντων εγγύς
έλεγα ότι πεθαίνω, αλλά, μάλλον ντρεπόμουνα,
που ενώ έν’ άξιο μάτι μ’ έβλεπε, δεν άφηνα
με το νερό η βρύση να ποτίσει τη βλάστηση.

Έτσι, όσο κι αν προσπαθούσα, παγώνοντας τα νερά,
τα φυσικά να μιμηθώ φύλλα, πάντα ήμουν βρόμικος,
ο χρόνος μέρα με τη μέρα μέσα μου, σώριαζε
πράγματα, που δεν ήξερα πώς να τ’ αποβάλλω.

Αυτή ’ναι η ουσία της ακαθαρσίας που ντρεπόμαστε.
Ούτε τώρα μιλώ, αλλά τ’ ακούω εύγλωττα τη σιωπή μου
με τη μετακίνηση τριγύρω από το σώμα μου,
των νερών της πηγής όπου βυθίζομαι.

Αγίασμα Χριστιανικό, αρχαίας Νύμφης επώνυμο,
στους δαιδαλώδεις δρόμους της χώρας καταμεσής,
χάρις σου ανακτώ την υγεία μου την ψυχική,
μετ’ έναν θάνατο εικονικό, διώχνοντας την ντροπή.

(12 Μαρτίου 1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: Πετάει; Πετάει;
Post by: wings on 01 Mar, 2008, 18:26:38
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: Πετάει; Πετάει;

Στο μπράτσο της εύσωμης μάνας
έβοσκε το δάχτυλο του τυφλού παιδιού
πεντάμορφη περνούσε στην παραλία
γεμάτη πόθο υπάρξεως μορφή
πηγαίνει το παιδί να πλύνει τα μάτια του
μια πόλη στα σκούρα στίγματα στο μωσαϊκό πλακάκι
χαρτογράφηση επακριβής τετρακοσίων χιλιάδων
ο κάθετος δρόμος από τις πλαγιές των λόφων
μόνο κατ’ όνομα συνεχίζει προς τη θάλασσα
πέρ’ απ’ τα σπίτια στη διασταύρωση και το μανάβικο
άνεμος αγριεμένος το πρόσωπο του παππού
υπομονή τα γυαλιά της κόρης που ψένει καφέ
αχτένιστα παραθυρόφυλλα τζάμια με μπαλώματα
μ’ ένα βουνό στο μέτωπο νύχτα χτυπά τη θύρα
κάγκελα παντού για τις κατοικίες εμπόδια
η μεγάλη αυτοκράτειρα αρνιέται ν’ ανοίξει
ώρ’ ακατάλληλη ρολά κατεβασμένα πόρτες μ’ αμπάρα
δεν βρίσκεις πάπλωμα ν’ αγοράσεις ή ρούχο
φυλάν οι πυροσβέστες αίμα να μη χυθεί
τη μάνα της η υδρορρόη βαρυπενθεί
δεν βλέπει πού πάει δεξιά ζερβά και κινδυνεύει
σκύβει στη σούπα της νεροποντής με τα πτώματα
«δεν μπορώ να ’ρθω», έλεγε, «πονάν στα χαλίκια τα πόδια μου»
με τους παράδες του ο εχτρός μάς κόβει την όρεξη
το ψωμί το ζυμαράκι ένα όμορφο παιδάκι
έσφαξ’ ο χασάπης και γεμίσαν λαβωμένους
λαβωμένους πληγωμένους στην καρδιά πετυχημένους
γνώση των βασάνων της καρδιάς η καρδιολογία
ρομαντική οδός μ’ αγριοτριανταφυλλιές η αορτή
τα στεφανιαία πλάτωμα με πλούσια σπίτια
τον κυνηγούσ’ η φαντασία του κι έτρεχε κωμικά
του Καραγκιόζη πρόγραμμα να γελά ο ντουνιάς
χτυπά η καμπάνα του σκολιού «εμπρός»
«εδώ σας παρακαλώ εγκαταστάθηκαν οι νεόνυμφοι;»
πόσα ακόμα έχει να πει ο δικηγόρος
ο γιατρός ή ο εφευρέτης αστροφυσικός;
δεξιά κι αριστερά εμπόδια «που πάμε;»
ήταν τόσ’ όμορφη με την ελιά στο μάγουλο
«όχι δεν έχω παράπονα για το σύζυγό μου πως μ’ απατά»
το τυφλό παιδί ονειρεύεται κήπους
πέρα στην άλλη άκρη βγαίνει ένα ζαρκάδι από το σπίτι
το σπίτι κόκκινο όχι αίμα μήτε φωτιά
σύννεφο αγάπης γεφυρώνει δύση κι ανατολή
πίσ’ από τον Χορτιάτη προβάλλει το φεγγάρι ολόγιομο
λιβάδι καταπράσινο πέρ’ απ’ το εμπόδιο των σπιτιών
βόσκοντας ρωτάει το δάχτυλο ποιο πετά
πετάει πετάει το πουλί πετάει το φεγγάρι
πετάν τα σπίτια και τα μαγαζιά κι οι δρόμοι
η οικογένεια βρίσκεται στη συνέχεια
φέρνει το πουλί φέρνει το φεγγάρι τα μάτια στον τυφλό
τρώνε στο παραθαλάσσιο και παν με τη βάρκα περίπατο.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκόρπια φύλλα
Post by: wings on 06 Mar, 2008, 15:48:51
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Νεαπόλεως της νυν Καβάλας
Προς Θεσσαλονικείς Α' Επιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ’ ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάνα του
έξ’ απ’ την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ’ άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι έν’ άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφοσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Μαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκιες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάνας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβήνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενιτειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατιά
φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Παράλιες σκέψεις
Post by: wings on 10 Mar, 2008, 14:08:14
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Παράλιες σκέψεις

Οι σκέψεις μας είναι ζώντες ιχθείς
επάργυροι σελαγισμοί στα υγρά κέλευθα
τα μητρικά νερά της βύθιας εγκατακρημνίσεως μαζεύονται
τα ψάρια κατ’ οριζόντιον έννοια σιωπηλές εκφράσεις
στην προκυμαία οι νεαρές μητέρες συνηθίζουν
να βγαίνουν με τ’ αμαξάκια των μωρών
σε όλο το μήκος με τα φανάρια και τους πάγκους
εικόνα ηθογραφική με πωλητάς ξηρών καρπών
«μην απομακρύνεσαι πολύ» φωνάζουν οι γονείς
το παιδί με ποδηλατάκι κάνει βόλτες
νεαρά κορίτσια σαν λουλούδια και αγόρια ερωτεύονται
ύστερ’ απ’ απουσία πολλών ετών ο κύριος καθηγητής
δυσκολεύεται με τα καθημερινά να επανασυνδεθεί
δε μπορεί να δικαιολογήσει τη διακοπή των σκέψεων
σχεδόν φοβάται πως η επιστροφή του μπορεί να ’ναι θάνατος
«έπιασε ψύχρα, καιρός να γυρίσουμε σπίτια μας»
λεν θωρακισμένοι με παλτά οι νοικοκύρηδες
φοβούνται μη τυχόν κρυολογήσουν τα παιδιά
αλλά ένα ορφανό ξεγυμνώνεται και για δεκάρες
από το κεφαλόσκαλο της κλίμακος για τις βαρκάδες
κάνει βουτιά και ξαναβγαίνει ανάσκελα στη στρώση
τ’ άγουρο τσουτσουνάκι σαν βρύση αλήθειας κοιτάει τον ουρανό
«πατέρα επουράνιε, δώσε του δύναμη να κάνει βουτιά
ξανά και ξανά για τη δεκάρα του ψωμιού»
οπωσδήποτε θα γυρίσει ο καιρός για βροχή
σύννεφα πάν’ απ’ τα κόκκινα κτήρια του λιμανιού
στάχτες που κρύβουν την στέρεα μορφή της ύλης
γιατί απαιτεί υγρασία η ενσάρκωση των ψυχών
καθώς το βασιλόπουλο βιάστηκε ν’ ανοίξει το καρύδι
η πεντάμορφη που ξεπετάχτηκε γυρεύοντας νερό
επειδή βρισκόντουσαν από βρύση μακριά δεν επέζησε
όλα θα τα παρουσιάσει αλλιώς ο αντίμαχος άνεμος
κρύβοντας τον ήλιο με ασκιά νερού
φέρνοντάς τον ξανά να στεγνώσουν τα ιστιοφόρα
ο κόσμος θα πάρει μια βράση θερμαντική
«γεια σου γυναίκα, τι καλό φαγί μαγείρεψες σήμερα;»
στο σήμερα και τ’ αύριο επεισόδια
ο ήλιος που απλώνει τις ποδάρες του κουρελιάζοντας τα σύννεφα
τα κύματα της θάλασσας που πρασινίζει σαν φρέσκο φύλλο μυγδαλιάς
οι έγνοιες των νοικοκύρηδων και του ορφανού
βαθιά οι τύψεις του κυρίου καθηγητού συνεχίζονται
«τώρα καταλαβαίνω ότι στην ενάλιο πλεύση
δεν υφίσταται μόνο η οριζόντιος έννοια
αποσπώνται από τα ζωόφυτα του βυθού
άνθη καθέτως ανερχόμενα οι μέδουσες
και ο ιππόκαμπος βαδίζει αλογάριαστα
ξαφνικά έξω απ’ το νερό σαλτέρνει το ψάρι
πλουμίδια πλούσια όλα εξυφαίνονται του λόγου
για την φούστα της Παμμακαρίστου Μητέρας»
λαχτάρα του βαποριού που σαλπάρ’ η καμπάνα
ως άρα διά γυναικός ερρύη τα φαύλα, θυμάμαι,
αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα κρείττονα, επαναλαμβάνω
εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσών.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Στους περιπατητές του έρωτα
Post by: wings on 19 May, 2008, 12:25:42
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Στους περιπατητές του έρωτα

στο Γιώργη Κιτσόπουλο

Δεν ξέρω αν πρέπει ν’ αρχίσω με τα κορίτσια ή τα σπίτια.
Σ’ ό,τι θέλω να πω τοπογραφία κι αίσθημα καταλήγουν στο θαύμα.
Το θαύμα αισθητοποιεί μορφές απ’ όσες δεν βλέπουμε,
ανοίγοντας τα μάτια μόνο για τα εφήμερα της ανάγκης και μάταια.

Με το σούρουπο η κόρη καθισμένη στην άσπρη πέτρα,
όπου τώρα το καινούριο σπίτι δίχως κουφώματα κι επίχρισμα,
αγαπώντας πολύ, καθώς δε θα ’μενε να παντρευτεί στη γης,
στον ουρανό σαν σύννεφο σκορπούσε πέρ’ απ’ τα πρόσκαιρα.

Για σάς μιλώ εραστές που βγαίνοντας στην ανθισμένη εξοχή,
ακολουθάτε τον δρόμο τον παλιό που η κοινή χρήση εγκατέλειψε.
Σεις ξέρετε πόσο μακριά, πάν’ απ’ όλη της πόλης την έκταση,
μας ταξιδεύει έν’ αρμονικό προς τα γύρω χρώμα εμφάνισης.

Ούτε καν σαν ποιότητα εμφανούς χρώματος, στη μνήμη,
της άλλης κοπέλας της φίλης πώμεινε κι αποκαταστάθηκε,
περισώζεται η πεθαμένη κι αποδίδεται στη σκιά,
η αρχαία επίμονη φήμη για την καλλονή της.

Ούτε καν ο τάφος της με το σταυρό είναι σ’ αυτή τη γη.
Ξενιτεμένη αποχωρίστηκε εντελώς την τακτικιά της θέση,
όπου πολύχρωμα φτωχά χαμόσπιτα και κήποι ανέρπουν,
όπου βαδίζοντας γεμίζετε τις αγκαλιές σας κρίνα.

Ακούστε, στο κάθε χτύπημα πρέπει ν’ αρχίσουμε ν’ ανοίγουμε την πόρτα.
Στοιχειώνει και μένει ακατοίκητο το σπίτι αλλιώς.
Τα θαυμάσια φανερώνονται στα σπλάχνα της γης άμα ανοίγονται.
Αγίων εικόνες σκοτεινές που εις Κύριον απεδήμησαν.

Παρόμοια εικόνα ανευρέθη κάτω απ’ την άσπρη πέτρα,
όταν ησύχασε, απ’ τους μυστηριώδεις νυκτερινούς λιθοβολισμούς
η περιοικία, όπου περιδιαβάζετε αγκαλιασμένοι, με πόθο.
Κρατώντας σαν άπλερο πουλί θερμά το χέρι της αγαπημένης.

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σχήμα
Post by: wings on 23 May, 2008, 11:44:34
https://www.youtube.com/watch?v=SKa37X640-0

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Λίγο ακόμα
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Επιφάνια Αβέρωφ (1970))


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σχήμα

Συ που ’χεις φτερά
και η αδυναμία τα κατάλυσε
τα έκανε και σπάσανε
τώρα υπόμενε την πίκρα
δεχόμενος τα σβησμένα όνειρα
κατάλαβε πως από την αδυναμία σου
δημιούργησες την παρεξήγηση.
Συ που ονειρεύτηκες να ’σαι
καθρέφτης καθαρός
της φωτεινής χάρης του ήλιου
να ’ναι μια στάλα που τον ήλιο αντανακλά
και απ’ αυτόν μετά λιώνει και σβήνει
Μάη και Γιούνη το φεγγάρι τ’ ολόγιομο
δυο μήνες περάσαν δίχως να το χαρείς.
Μπόρεσε τουλάχιστο καλύτερος να γίνεις
νικώντας τον πόνο που σε τρώει
σαράκι καθημερινό
που σε μακραίνει απ’ ό,τι είσαι.

(Ιούλιος 1930)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Re: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σχήμα
Post by: banned on 23 May, 2008, 19:01:05
Με αιφνιδίασε πολύ ευχάριστα αυτό το ποίημα του Πεντζίκη. Απλό, λιτό, ανθρώπινο, σπαρακτικά ευθύβολο, χωρίς τη γνωστή πεζολογία και απεραντολογία του. Κατά τη γνώμη μου, αποτελεί μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο σημαντικός ζωγράφος και πεζογράφος Πεντζίκης δείχνει τις ποιητικές του δυνατότητες, που τόσο σπάνια αξιοποίησε για λόγους άγνωστους σε μένα. Και ήταν νέος, σχεδόν παιδί όταν το έγραψε. 
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αίσθημα
Post by: wings on 02 Jun, 2008, 22:37:16
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αίσθημα

Δεν είναι ψέμα ο μύθος,
αρκεί να κοιμήσουμε το φίδι
προπατορικό εχτρό του ανθρώπου,
όσα επαγγέλλεται περί ουρανού.

Ανοίγω το παράθυρο κι έρχεται,
δικό μου τ’ αγαθό σύννεφο,
τ’ ακαθόριστο κι άπιαστο σχήμα του,
δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία στα ζώα.

Το μοσχάρι με το δέρμα ξανθό,
ο σκύλος με τα υποταχτικά μάτια,
φυλάγουν όλη την άπειρη αλήθεια του,
γι’ αυτό και λογαριάστηκαν Θεοί, κάποτε.

Τα πρωτοξύπνητα μάτια τ’ ανθρώπου,
που αγκαλιάζει την ευφορία του σύννεφου,
η χωμάτινή του καρδιά γεμίζει
με τη χαρούμενη ελπίδα της βροχής.

(1936)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ατένιση θησαυρού
Post by: wings on 20 Jun, 2008, 14:40:13
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ατένιση θησαυρού

Ο πεθαμένος άνθρωπος είν’ ένας λίθος πολύτιμος,
το ζώο τον κατέχει σαν κοιτά τον αφέντη του,
δίχως τη δύναμη να μιλήσει βυθισμένο στη σιωπή,
στο δάσος το μεγάλο που ευωδιάζει χαρά.

Εκείνο που ελπίζουμε δεν είναι ν' αποκτήσουμε
το θησαυρό που λαχταράμε στ’ αντίκρισμά του,
αρκεί και μόνο η ματιά για τον περίπατο,
των ψυχών έξω από τις κάμαρες.

Ο δρόμος όπου χαιρετιόμαστε μοσκοβολά,
από τις βλαστικές ουσίες του δάσους που στάζουν,
ρυθμικά ανθίζοντας έξω απ’ τα όργανα,
αιώρες του έρωτος κρεμαστές απ’ τα κλώνια.

Τα πρόσωπα ξαπλώνουν εκεί κι ονειρεύονται,
ξεχνώντας των σκοτεινών σωμάτων την αριθμητική,
μπορούν και διακρίνουν την πολύτιμη ποιότητα
του λίθου, με τα μάτια τ’ άγρυπνα του νου.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Δάκρυα των ματιών
Post by: wings on 07 Aug, 2008, 15:39:41
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Δάκρυα των ματιών

Η λίμνη της παραμυθένιας Καστοριάς (με τους γουναράδες,
με τις εκκλησίες σαν κοσμηματοθήκες, με τ’ αρχοντικά)
όλ’ η έκταση του νερού πο’ ’χει ο ποιητής μπρος στα μάτια του,
αγναντεύοντας μαρμαρωμένος απ’ τ’ Απόζαρι, το Τειχιό και το Απόσκεπο,

Όλο το νερό ίσαμε τα καλάμια και την εκκλησιά του Δισπηλιού,
που φαίνεται απ’ τα παράθυρα του γέρ’ οπλαρχηγού στον Ντουλτσό,
το νερό π’ απ’ τον Αϊ-Θανάση στην κορφή του βουνού της Χελώνας,
βλέπει ο χριστιανός ν’ αποκόβει το Μακροχώρι και το Παλιόρεμα,

η λίμνη έως πέρ’ απ' την άκρη της Παναγιάς της Μαυρώτισσας,
γέμισε από τα δάκρυα ενός που τίποτα δεν έκαμε σωστό.
Όταν λιωμένος μέσα στα δάκρυα, ώστε να μοιάζει σαν αντάρα,
είδε αυτός πως πάλι με την αλμύρα τους κάμαν τ’ ανάποδο,

δίνοντας νερό ακατάλληλο για τ’ άλλα ψάρια και το γουλιανό,
για τη βοσκή των αρχοντοκόριτσων πουλιών της λίμνης,
ανέβηκε σ’ ένα ψηλό καμπαναριό και βάλθηκε να σημαίνει.
Γλυκός τόσο ήταν ο αχός της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης,

ώστε κάθε φορά, που άγγιζε το γλωσσίδι το χυτό μέταλλο,
χυνότανε κι ένα τσουβάλι ζάχαρη για να γλυκάν’ η λίμνη.
Τη γλύκα τούτη γεύονται εκείνοι π’ αναπαύονται, πέρα στ’ αμπέλια,
«τόση γλύκα μόν’ η αγάπη μπορεί να ’χει που τη ζητούσα κι άλλαξα».

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Συνήθως δεν βλέπουμε τίποτα...]
Post by: wings on 13 Aug, 2008, 01:51:09
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Συνήθως δεν βλέπουμε τίποτα...]

4


Συνήθως δεν βλέπουμε τίποτα
σαν τα παιδιά έχουμε λίγες ανάγκες
υποθέτουμε απλώς αληθινά τα φαινόμενα
συγχέουμε στην αρχή τις δυνάμεις
τον άνθρωπο με τα επιβλητικά ζώα
μας κυριαρχούν οι άμεσες εντυπώσεις
το παιδί σχεδιάζει μεγάλα κεφάλια
παριστάνεται η μορφή εκ του πλαγίου
αναπόσπαστο μέρος ενός συνόλου
δεν είναι αυθύπαρκτη διακοσμεί
τα πρόσωπα συγχέονται
το πλήθος και η μονάδα είν’ ένα
καταργείται του χρόνου η έννοια
διαθέσεις τρόποι φωνές
την στέρεα ιεραρχία των φαινομένων
με τόλμη υπερπηδούν οι Έλληνες
αδίσταχτα χαρακτηρίζουν τον θνητό
δεν αντιπαρέρχονται μπροστά στο θάνατο
προκειμένου όμως για κάτι που χάνεται
αμείλιχτο εγείρεται το πρόβλημα
τι πράγμα έχει σημασία να προσέξουμε
τα μαλλιά τα ωραία μαλλιά
τα μάτια τη μύτη το μουστάκι
το σώμα ολόκληρο καταστρέφεται
κάτι που περνά είναι η έκφραση
τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
διηγιένται υποθέσεις του παρελθόντος
οποιοσδήποτε ανύπαρκτος δεν μ’ ενδιαφέρει
ανύπαρκτος τρομάζω
βλέπω πίσω απ’ το τζάμι το θάνατο
γυρεύω την ασφάλεια της πίστης
την υποταγή στην ιεραρχία της πυραμίδας
εντελώς έρημος δεν καταλαβαίνω
η σεμνότητά μου τι χρειάζεται
ο στοχασμός των σφιγμένων χειλιών μου
το φιλήδονο βλέμμα
το γέρσιμο του κεφαλιού με παράπονο
σκέφτομαι την κάθε λεπτομέρεια
μέχρι που ξεχωρίζει με δική της οντότητα
περνά απ’ το υποκείμενο στ’ αντικείμενο
τ’ αντικείμενο έχει δική του αξία
αν αγαπώ τη ζωή δεν πρέπει να το υποτάξω
αν δεν έρχεται να με δει δεν πειράζει
την Τρίτη βράδυ ξεράθηκαν τα μάτια μου
δεν σε βλέπω πια γύρισα κι είπα
ανοίγεται με τα δικά του φτερά υπερήφανο
αυτό που για να το σηκώσω τσακίστηκα
συγχώρεσέ με για τους κόπους που σου ’δωκα
οι αισθήσεις σβήνουν διαλύεται το σώμα
πεθαίνω όμως γνωρίζοντας ευδαίμονα
ο άλλος θα πεθάνει όπως πεθαίνω
όταν τ’ αντικείμενό του συμπληρώσει
δεν υπάρχω όπως δεν υπάρχεις
αθάνατη μόνη η ομοιότητά μας μένει
στον τάφο διασώζεται η σχέση
με τις μάχες που ιστορούνται σώμα προς σώμα.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1944)
Post by: wings on 13 Aug, 2008, 16:13:21
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1944)

Πολλά πράγματα που υπάρχουν δεν τα βλέπουμε
γνωρίζουμε μονάχα όσα σχετιζόμαστε
γι’ αυτό δεν πρέπει μ’ αμφιβολίες ν’ αρνιόμαστε
τις μαρτυρίες που μας παρέδωσαν ήρωες και ποιητές.
Συλλογιέμαι τη βροχή που στάζει μέσα στην κάμαρη
προσπαθώντας ν’ αστοχήσω τις τριγύρω ξένες φωνές
διώχνοντας κάθε ωφέλιμη γνώση απ’ τα βιβλία
κάθε ομοιότητα άλλου προς το εγώ ερωτώ:
– Βροχή, ποια είσαι; πού είσαι βροχούλα μου;
Ο ίδιος μετριέται θόρυβος στο χαλκωματένιο δοχείο
Κρατιέμαι μοναχά στη μνήμη της ανθρώπινης φύσης
ουρανός σκεπασμένος με σύννεφα από εξατμίσεις
σχημάτων της γης που η σκουριά τα σκούρανε λάσπη
ερείπια στη χειμωνιάτικη στέρηση απ’ τα κλαδιά
τα πλατανόφυλλα μαζεμένα χάμω τα καίει η σήψις
απ’ την επιστροφή του αποσταγμένου νερού
αφού λιώσουν τα σάβανα, πλημμυρισμένο φυτρώνει
φτωχό μαλακό ταπεινό χορτάρι καινούριο
τα υποδήματά μου βαριά και προχωρώντας γέρνω.
Σα να ήταν πριν και τώρα δεν είναι
κοντά μου δίπλα η νύμφη βροχή.

(14 Ιανουαρίου 1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Διασταύρωση
Post by: wings on 13 Aug, 2008, 16:20:50
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Διασταύρωση

Ηρωική κατοικία γεροντοκόρης
ένα καμίνι κρυμμένο δεξιά
λειτουργούσε για πετεινάρια
πριν οι νοικοκυραίοι απογίνουν στάχτη
ενώ τον σούβλιζαν έβαφε τα μαλλιά της
με τις παντούφλες στα πλακάκια τα κόκκινα
μάθαινε για τη θεραπεία των αρρώστων
εξασφαλίζοντας την ευτυχία της εκ των προτέρων
καθόταν στον μοναδικό του σπιτιού καναπέ
σε λίγο δεν υπήρχαν ούτε παράθυρα
κηδεύσανε το άρρωστο παιδί
γέμισε η αυλή θεάματα
οι φαγάνες δουλέψαν για την εκσκαφή
εθεμελιώθη κατοικία αποδημητικών
με χρυσό επλαισιώθη ο λαχανόκηπος
ηλεκτροφωτίστηκε το γεφύρι
δεν έχουν τόπο πια να κρύβονται τα ζευγάρια
πλήθυναν στον αργαλειό οι κόμποι του τάπητος
η κόρη της είν’ ετοιμόγεννη
το δεύτερο παιδί αγόρι
«ουσιαστικά έχω πεθάνει», έλεγε,
«δεν ένιωσα ζωή παρά μαζί του»,
η δημοτική αρχή άφησε ανεπισκεύαστο
το ξύλινο κάγκελο της γέφυρας
τα παραπέτα με μπετόν
μπροστά στο σπίτι του ξένου
η ασφαλτοστρωμένη οδός διαγράφει καμπύλη
περνά η χήρα μάνα με το γιο της
σαστισμένη στο δαίδαλο μέσα των σοκακιών
διερωτάται μήπως ο άντρας της υπάρχει ακόμα
κάτω από το γεφύρι
ανάμεσα στις πέτρες του ξηροπόταμου
είναι ανήσυχη όταν βρέχει
μήπως πλημμυρίσουν αυλές και υπόγεια
της αγαθής γεροντικής σωφροσύνης.

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκάφος μέγα
Post by: wings on 23 Aug, 2008, 14:08:48
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκάφος μέγα

Η συνείδηση του Πατρός,
σκάφος μεγάλων μεταφορών,
κουβαλά ολάκερο βουνό,
βλάστηση, στην Αγιά Σοφιά.

Από τους εξώστες ψηλά,
ασήμια και κρύσταλλα,
το προσκαλούν φωνές,
δροσιά μιας άλλης χαράς.

Γλιτωμένες απ’ τον όλεθρο,
οικοδομής πενταώροφης,
πέτρες αδειάζει πελεκητές,
στο αραξοβόλι πυρίμαχες.

Πεντέπεντε τα χέρια,
πέντε και πέντε τις ζυγιάζουν,
πέντε και πέντε επακριβώς,
πέτρες πεντέπεντε.

Πέρ’ από κάθε πόνο,
μαρτυρίες χαράς η σοδειά,
φτάνει ίσαμε τον Πατριάρχη,
δεκάξι του μηνός Ιουνίου.

Χρυσό το ραβδί του ευλογεί,
όλου του βίου τη δύναμη,
εν ονόματι του Πατρός,
του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.                                                                                     

(1980)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ακρόπολις
Post by: wings on 26 Aug, 2008, 17:07:59
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ακρόπολις

Γυψίνη ακρόπολις
πλησίον των τυφλών δασκαλοπαίδων
απομίμησις παρά τον αιγιαλό
απ’ όπου ερχόνταν ο άνεμος
απογυμνωτικός των ρόλων ενός εκάστου
εκείνη που ήταν μεν γυναίκα αλλά και άντρας
έχει αποθάνει
ο Υψίζων με βόλβο φορτηγό
των δώδεκα τόνων
σώριασε απάνω της καυσόξυλα,
πίσω της η θάλασσα στεριά
εδώ κτίζουν εκεί γκρεμίζουν
οι ψαράδες θεώνται από μακρυά
χάνει ο Μπέης το κρεμμυδένιο κεφάλι του
ξερριζωθήκαν από τον κήπο οι ντοματιές
πήραν τα μάτια το νεκροταφείο
τις κοπέλες που κολυμπούσανε
τις μετέφερε στο γαλακτοπωλείο το ποτάμι
επρόκειτο εκεί να ενοικιάσουμε
ούτε ως δημοσία αρχή
ούτε ως ΞΑ
ούτε ως πλούσιο με ΙΧ στο γκαράζ
από τότε που τα οχήματα τα ’σερναν άλογα
παρά τον πλουτισμό της κουζίνας
με ηλεκτρικές συσκευές, ψυγείο, πλυντήριο,
ίδιος ο νοικοκύρης στο πρόσωπο του γιου
ώστε να μη φαντάζεται απολύτως τίποτα
για τον ωρολογά,
το φαρμακείο
ή το καθαριστήριο
για όσους πηδούσαν τα κάγκελα
ώστε να μιλήσουν την πεντάμορφη
για τον γέρο που καλόβλεπε τα παλικάρια
από το κρεατάδικο
από τη φωλιά των κορακιών
όπου η μικρή Αλίκη ερωτευμένη
πήγε να τηλεφωνήσει
στο σπίτι που γκρέμισε
στον οδοντογιατρό πο’ ’χασε τους συγγενείς του
και κρατούσε ανωφέλευτα
στη χούφτα του το εκμαγείο της μασέλας
γυψίνη απομίμησις
αμενηνά κάρηνα
φαλακρή ακρόπολις.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τους είδε το σπίτι
Post by: wings on 26 Aug, 2008, 18:49:42
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τους είδε το σπίτι

Ανέσυραν δύο πνιγμένους
μαθητές του γυμνασίου
της Ελληνογαλλικής εμπορικής σχολής
τους είδε το σπίτι που μου ’διναν
όμως την κοπέλα δεν την πήρα
δέρμα πλιθιά με άχυρο
ανάστημα σαν κομπόδεμα
κάλτσα παραγεμισμένη
συρτά λαϊκής τέχνης κουφώματα
ανάμεσα στα μαλλιά
μια σοφίτα
πάνω από το μέτωπο
χειρομαντείας όνειρο ξεκούραστο
εικόνα γαλλικού vocabulaire
δασκάλα και των δύο μια κουτσή
καθώς ανεβαίνανε
μέσ’ απ’ τα γυαλιά της
μύριζε λάχανο
περπατούσαν με τερλίκια
ένα δύο τρία ή τέσσερα χρόνια
και ο εφοπλιστής έστειλε
εκ των αποθεμάτων του στην Ελβετία
αγοράσαν βότσαλα και χτίσανε
ασημικά πάνω στο μπουφέ
υαλόφρακτα δωμάτια
καναπέδες από δέρμα του Καναδά
θαυμάζουν το ένα και το άλλο τα ορφανά
γλάστρες με μαβιές ποδιές
μέσα στο θερμοκήπιο τραμπαλιζόντουσαν
από τον καιρό που πολεμώντας
πάνω από τις στέγες των εκκλησιών
εκδιωχθήκαν οι Βούλγαροι
που είχαν φθάσει
Λαγκαδόθεν και Γαλλικόθεν
με τον Σκυλογιάννη και τον Μαναστρά
στα πρόθυρα και τους σκόρπισε
ασπροφορώντας ο Άγιος Δημήτριος
και δεν αναπαυθήκαν
στο οίκημα με τα δέντρα
κατάντικρυ στα επικίνδυνα
θαλασσινά πηγάδια
που τρομάζουνε τα ορφανά
ότι ο δράκος θέλει να τα φάει
και τα κύματα σκέπασαν
την απαρνημένη του λοχία.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τοπογραφία
Post by: wings on 05 Sep, 2008, 01:29:24
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τοπογραφία

Ψηλότερ’ απ’ τα σπίτια που κρύβ’ η ομίχλη,
στο άνω της πλατείας με τους πολλούς ναούς,
(που σώζονται περίβλεπτοι ή κάηκαν,
και περισώθηκαν μόνο ως ονόματα)

στα μισά σχεδόν του λόφου όπ’ ανέβαιν’ η πόλη,
περίπου εις το ύψος του Κέντρου των εργατών,
σιμά εις τον μέγα του Πολιούχου Ναό,
αγνάντια στις κούνιες όπου διασκεδάζουν τα παιδιά,

στη θέση του παλαιού αθλητικού σταδίου,
(όπου την ισχύ του μονάρχη, που θαρρούσε ως άπαντο
τον υλικό πλούτο και έκτιζε ανάκτορα,
αντιμετώπισε ο Μάρτυς εγκαρδιωμένος,

απ’ τ’ άκουσμα διαμέσου των κιγκλίδων της φυλακής,
της φωνής του διδασκάλου του εν Χριστώ)
όπου πιθανόν ο Ναός και ο Τάφος του Νέστορος
πάνω στο κυλισμένο μάρμαρο, η αγάπη μου κάθεται.

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος...]
Post by: wings on 26 Sep, 2008, 15:50:58
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος...]

2


Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος
βρίσκω την τροφή μου δίχως να ξεχωρίζω της νύχτας και της μέρας τα σύνορα
πρέπει όλα τα πρόσωπα του διαβατάρη χρόνου να σταθούν
Ψηλότερα απ’ όπου βρισκόμαστε εκτείνεται η θάλασσα
γκρέμισε η πεζούλα κι ο πόντος σμίγει με τη στεριά
τρεις σταλιές ονόματα στο τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων,
απόγευμα με όμορφο ήλιο εκείνος εσύ κι εγώ
αφήνομαι ξαπλωμένος σ’ αποθήκες ακριβές
τα σανίδια γρήγορα σκευρώνουνε μέσα στη λάσπη
πώς είναι δυνατό να νιώθω τη ζωή όταν μου είσαι ξένη
σύμφωνα με τη γνώμη της εποχής φοράμε ρούχα
ατίθασα ψαρά μαλλιά στο βορειοελλαδικό κρανίο
η πέτρα με τα χρόνια που περνάν ενισχύει τη μνήμη
για τη χαρά του φίλου ανταμώσαμε μαζί
μέσα απ’ όλες τις καταστάσεις όλων των σημείων του κόσμου
βραδιάζοντας ανταμώνουν τα τρία πρόσωπα της μνήμης.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες

Το ποίημα γράφτηκε στις 4 Αυγούστου του 1943.

Πηγή: Ανθολογία Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης (1930-1980) [Νίκος Καρατζάς (1981)]
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Διδαχή
Post by: wings on 11 Oct, 2008, 13:41:05
1

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Διδαχή


Ποιο είναι το αληθινό που μπορούμε πρόσωπο να δούμε της ζωής
ως αλήθεια ότι από μακριά θεωρεί ο ιδεαλιστής αγαπά
δεν ανέχεται να δει να τρώει μακαρόνια η Ρεγγίνα
θα τον βαλάντωνε η απογοήτευση αν πολέμαγε μαζί με τους σκλάβους
μεγάλο κατόρθωμα μέσα στη νύχτα του στόλου η πυρπόληση
η φήμη γεμίζει τον κόσμο με τ’ όνομα του μπουρλοτιέρη
ο γλύπτης όμως της μορφής του δεν πηγαίνει από κοντά να τον γνωρίσει
για λόγους ιδιοσυγκρασίας ασθενικής δικαιολογημένα αποτραβιέσαι
στην έρημο πύργο μπορείς με των πεθαμένων τους ίσκιους να ζεις
η πυκνότητά των είναι ελάχιστη άντικρυ στην πραγματική παρουσία
θα χανόσουν μπροστά στην ισχυρότερη ύπαρξη με την ομορφιά
μόνος πειθαρχικός ανεβαίνεις την πρώτη βαθμίδα του τρομερού
οι άγγελοι πραγματικά είναι αντικείμενα που έχουν έδρα τους το αίμα.
όσοι νηστεύοντας βαδίσανε στην έρημο τους είδαν
όχι εντελώς πάντοτε ελευθερωμένα απ’ τον οργανισμό
η τομή των ιστών για την εσωτερική όραση είναι δύσκολη
με το υποχλωριώδες αντιδραστήριο καταστρέφεται κοντά στο κύτταρο και το πλάσμα
άξιες είναι για μελέτη όλες οι αντικειμενικότητες του υποκειμένου
περίλαμπρη η απεικόνιση στον τρούλο απ’ το σπίτι που συγκεντρωνόμαστε όλοι
στα παιδιά διηγήθηκα έν’ από τα θαύματα της Αγίας Γραφής
για να πιστέψουν είπα πως είναι μια από τις ατομικές περιπτώσεις
ουδέποτε το σύνολο αρνιέται οποιαδήποτε περίπτωση ατομική
ζωντανό σύνολο αρρώστων θεραπεύει η γιατρική
συλλογιέμαι λοιπόν ότι ετάχτηκα παιδαγωγός
πρέπει να εκφράσω το αιώνιο συνολικό πρόσωπο της ζωής
μαραμένο τριαντάφυλλο η μνήμη των αισθήσεων μέσα μου
μέθη γεμάτη νου αγκαλιάζει τους χαρακτήρες
κέντημα που στολίζει και πράμα που πιάνεται ξεχωριστό
μαντίλι γεμάτο απ’ το πρόσωπο με τον καημό
με τα μαλλιά που χτενίζω τον μισό κόσμο που κλειούνε
μ’ όλα τα κατάρτια κι άρμενα τα ταξίδια μαλλιά
των αισθηματικών κινήσεων έχω ποτιστεί τη θλίψη
ξέρω το ασύμπτωτο των δρόμων όπου επανερχόμαστε
την βαριεστημένη στειρότητα που διασπά υποκείμενο κι αντικείμενο
δεν μπορώ ως σκοπό να διδάξω της γνώσης τον έρωτα
η αγάπη που τον ήλιο και τ’ άλλα τ’ αστέρια κινεί
είναι μέσο, λειτουργία, μέθοδο για τον σκοπό της γνώσης
μ' όλες τις φαντασίες του ο καθένας πρέπει να πειθαρχεί
πειθαρχία στα πράγματα που εξακολουθούν πέρα από κάθε απόπειρα
πειθαρχία στον πλησίον που είναι ίδιος όπως εγώ
πειθαρχία στους νόμους για την προκοπή του συνόλου
πεθαίνω γνωρίζοντας κι ό,τι γνώρισα κληρονομώ
ακόμα να γνωρίσω θέλοντας γονατώ και κάνω υπακοή
αυτά είναι τα πόδια σου με τα καλίγια που φορούν
τα χέρια το κορμί το πρόσωπο και τα μαλλιά
στην κάθε περίπτωση που τυχαίνει να γνωρίσω
καμιά ιδέα αγαθού και καλού δεν θα επιτρέψω να τ’ αρνηθεί
η αγάπη πρέπει και τα κόπρανα να με μάθει να τρώω του άλλου
η γνώση μέσα μου μπαρούτι βόλια μαχαίρι μίσος
για όσους περιορισμένα θέλουν τη ζωή με σακάτικο σώμα
φέρνω τα ατομικά αγαθά στην κοινότητα για όλους
ευρύνω τον ορίζοντα πέρα απ’ τον ωκεανό
εκτείνω τη γη απ’ τους ουρανούς πέρα
δίχως φόβο τη ζωή του ανθρώπου πέρ’ απ’ τον θάνατο

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Οδύνη θλίψη πόνος λύπη και στεναγμός...]
Post by: wings on 28 Oct, 2008, 18:39:19
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Οδύνη θλίψη πόνος λύπη και στεναγμός...]

2


Οδύνη θλίψη πόνος λύπη και στεναγμός
όταν συλλογιέμαι τα καθ’ εαυτόν
όταν μεμονωμένα εξετάζω τον απέναντι
όλα τα πάντα διαψεύδονται
όταν περιορίζω την εξέταση στην κίνηση
δίχως να ξεχωρίζω τον σκοπό που υπηρετεί
σκοπός της σαρκός σαρκικός άσαρκος
αισθητός με την σάρκα που την σκοτώνει
αγαπώ και το αγαπώμενο δεν είναι δικό μου
αγαπώ και στο αγαπώμενο δεν ανήκω
συμβατικά και κατά συνθήκη πλησιαζόμαστε
δεν λέω πως ψέματα μας πληροφορούν οι αισθήσεις
παραδομένος είμαι σαν φελλός στον Ωκεανό των αισθητών
απ’ το Βοριά ίσαμε τη Μεσημβρία
από τους πάγους ίσαμε τους τροπικούς
στην ίδια πρόχειρη μένουμε κατοικία
σ’ ένα ξύλινο σπίτι τον ανήφορο παίρνοντας
πριν ο στραβός κατήφορος με βγάλει αντίπερα
τα ονόματα των δρόμων στις δυο πλευρές
στον αριθμό η είσοδος δέκα επτά
πίσω απ' τα παράθυρα με τα παραπετάσματα
μέσα στις κάμαρες με την αισθητή εμπειρία
σαν τον κάθε χειρώνακτα εργάζομαι
κοπιάζω για τις μορφής μου τη συντήρηση
δεν είναι δυνατόν να ζήσω πολλά χρόνια
τέλος με διαλύει η αντιφατική πάλη
οι δαίμονες της σαρκός καταπολεμούνε τη σάρκα
τα γεννήματα τρων τον γεννήσαντα
γκρεμίζουν τους γονείς απ’ τον γεροντόβραχο
λογάρι τα περισωζόμενα λείψανα
καθημερινά μεταβαλλόμαστε σε αξίες
στο ισόγειο είναι το μαγαζί που συναλλάσσομαι
δίνω τη σάρκα μου και τρέφομαι με ξένη
δεν μπορώ να ξέρω τι αποτελώ
σήμερα ξύπνησα το πρωί νικητής
είδα στην πλώρη ν’ αρμενίζει έναν άγγελο
η κάθε στιγμή μας είναι έν’ άγαλμα
αυτές τις μορφές πιστεύω
έμορφη πανέμορφη πεντάμορφη
πόσο εξυμνείται το φυσικό άνθος υψηλά
απ’ τη γη της δουλείας το σηκώνουν τα χέρια μου
βλέποντάς με μου το προσφέρεις
επειδή σε είδα σου το χαρίζω
εμπλέκονται τα χέρια μας στους καρπούς
δεν πρόκειται για σένα ούτε για μένα
ατενίζοντας αναπαυμένα
υπάρχουμε οι δύο μαζί
όλοι μαζί σε μια κοινότητα
άντρες και γυναίκες όπως είμαστε
η βαριά υλική πέτρα κρατεί τ’ αχνάρι
σαν το φεστόνι της θάλασσας στον άμμο
η αγάπη των μαλλιών διαφυλάγεται
το ιερό και σεμνό χτένισμα
κάτι απ’ την ομοιότητα στα μάτια
μέσα στις πτυχές των ενδυμάτων
αιώνιες οι μορφές πορεύονται
λιτανεία επίσημη και εορταστική
πάν' από της πεθαμένης αγάπης τον τάφο
δεν κάθομαι τη συντέλεια περιμένοντας
πανηγυρίζοντας φαιδρώς ακολουθώ
βλέποντας το έργο των χεριών του ανθρώπου
γεμάτος αγαλλίαση τραγουδώ.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Πλαγιάζω όπως διαμορφώνονται τα πετρώματα...]
Post by: wings on 23 Nov, 2008, 02:17:35
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Πλαγιάζω όπως διαμορφώνονται τα πετρώματα...]

3


Πλαγιάζω όπως διαμορφώνονται τα πετρώματα
από περασμένη βλάστηση έν’ απολίθωμα
αγνοώντας την ατραπό του σπηλαίου της δοκιμασίας
δεν ξέρω πώς μπορεί η μορφή να διασωθεί
θρηνώ την καταστροφή και ασθένεια του σώματος
θυμούμαι τον καιρό που έπαιζα με το χέρι της
τώρα την βλέπω κατάκοιτη που έχει προσβληθεί
με τα υφάσματα που εκφράζουν τα συναισθήματα
τα κύματα των ημερών τις πτυχές
αποργανωμένος ο λίθος ζητεί την έκφραση
σκελετός από τις κακοκαιρίες λευκασμένος
δεν μας απαντούν δεν έρχονται δε μας βρίσκουν
εφ’ όσον είμαστε ανόμοιοι πώς να ζητήσω
πώς με τη ζωή να ταυτιστώ να πιστέψω
ο κάθε δρόμος εσφαλμένη άγνοια
γυρεύοντας κάτι δικό μου εμφανίζομαι
πώς μπορώ να ξέρω ότι υπάρχω
όταν και η πλάκα του τάφου δεν βρίσκεται
κάθε συζυγία διαγράφεται
τα ενωμένα χέρια διαλύονται
πεθαίνουν με την ομορφιά τους οι θεοί
με το παράστημα τ’ ανθρώπινο ενάρετα
η σιωπηλή γυναίκα με το σεμνό χτένισμα
με τους στοχασμούς ο αρήιος άντρας
να υπάρχω εξακολουθώ
κατεβαίνοντας στον άδη και γνωρίζοντας
την αχανή από κάθε πρόσωπο ερημία
μαθαίνεις ότι η σκιά σε ακολουθεί
το προσφιλές επανέρχεται ίνδαλμα στη ζωή
η ασφαλισμένη γνώση και σχέση
η εμορφιά απ’ όλα τ’ άνθη της άνοιξης
αρκεί ανεβαίνοντας την ατραπό
όπως επιθυμούμε όλα τ’ αντικείμενα
δεν πρέπει να σταθείς και να προσβλέψεις
πρέπει να εξορύξω λοιπόν τα μάτια μου
να καταστρέψω τις αισθήσεις του σώματος
αμείλιχτη πάλη αγωνίζομαι
ένα βήμα μπροστά το πόδι
πίσω κάμπτεται ο κορμός
τα χέρια μου δεμένα με λουριά
αλήθεια αναλογίζομαι θ’ αγκαλιάσει
ο ανδρικός Απόλλωνας με την χρυσή χαίτη
το νεκρικό άγαλμα της γυναίκας
το χέρι που κρατά αναστραμμένο το μαφόρι
το χέρι που στη μέση ακουμπά της κοιλιάς
θα θραύσουν τις πτυχές τα πόδια
το στόμα το ωραίο τη σιωπή
απερίγραπτα είμαι χαρούμενος
μ’ όλους της πολιτείας βγαίνω εκδρομή
καταλαβαίνω την φροντίδα των επισήμων
τη δύναμη απ’ τον εργάτη τον γυμνό
όλοι μαζί πηγαίνουμε στα δέντρα
στα έργα μας να θυσιάσουμε τα άλογα
στεφάνι στη προσπάθειά του φορεμένος
σαν ιερέα ο καθένας μ’ ακολουθεί
μέχρι πού πρέπει να πάω
δεν είμαι τάχα άνθρωπος εγώ
αν δεν είμαι ποιος είναι ο θεός
χώρου και χρόνου κενό που δε συμπληρώνεται
ποιο είναι που λείπει το πρόσωπο απ’ τη λιτανεία
από την τάξη που πορευόμαστε οι ενήλικες
έχοντας στο κεφάλι των παιδιών το χέρι
κρατώντας δοξαστικά κλάδους βάγια
αν κρίνω λογικά στρεφόμενος πίσω μου
μπορεί να μην υπάρχει τίποτα
μπορεί ο συνηθισμένος κόσμος να γελάστηκε
να έχει γελαστεί επειδή γελάστηκα
να σηκώνουν ένα εκμαγείο που της μοιάζει
ακριβώς αποδομένα στην πέτρα τα χαρακτηριστικά
μαλλιά μάτια στόμα μύτη φρύδια
πτυχές του ενδύματος πάνω στο στήθος
ολόκληρη μέσα στο πέπλο της η μορφή
όπως τη γνώρισα στο μακρινό ακρωτήριο
όταν ποτέ να μη χωρίσουμε ορκιστήκαμε
ρίχνοντας τον αρραβώνα μας στη θάλασσα
διαλύοντας όλους τους πρόσκαιρους δεσμούς
κι απ’ τη γης για να την ανταμώσω ξενιτεύτηκα
σμίγοντας το ένα χέρι μου με τ’ άλλο
ατενίζοντας κατά μέτωπο μ’ ορθάνοιχτα μάτια
δεν μπόρεσε η νύχτα να μου την κρύψει
θα στρέψω πίσω να δω
δε μπορούν να μου αφαιρέσουν το έργο μου
χάρου άνθρωπε την ειρήνη της πίστης
πράγματα πλίνθους κεραμίδια και ξύλα
αναίσθητες πέτρες κρατάμε
σκόρπια λόγια βλέπουν οι αισθήσεις μας
αλλά την πρόφτασα ν’ απομακρύνεται
θα εξακολουθούσε να υπάρχει ακόμα
αν δεν είχα παραβεί την εντολή
η εργασία μας είναι δεσμός άρρηκτος
σχέση αληθινή της αιωνιότητας
εφ’ όσον αίμα ρέει στις φλέβες μου
ανακατώνοντας με το ρυθμό του τη γη
μπορώ τη στάμνα που έσπασε να αποκαταστήσω
όπως τα χέρια του παιδιού που τη ρίχνει
καταγής απ' το παράθυρο και δεν σπάνει
η πηγή του δάσους ανθοστόλιστη
δροσοπάροχη γεμίζει τη στάμνα
ζώα και πουλιά συγγενή
έρχονται να ξεδιψάσουν
σε σκιά και σε φως μέσα στο δάσος
μην εμποδίζετε το διψασμένο ελάφι
όταν τρέπεται προς την πηγή
σαν τους πολύτιμους λίθους το κλάμα του
όταν πίνει νερό θολωμένο
το ελάφι μ’ ένα άστρο στο μέτωπο
με το σύμβολο του Σωτήριου μαρτυρίου
δε μπορεί να το πειράξει κανένας
λαχταρώντας άγριο θήραμα
το λάβωσα και θρησκεύομαι
με τις αμαρτίες που φέρνουν το τέλος
στον κρυφό ατομικό εγωισμό
ώστε ν’ αναγνωρίζω το σύνολο.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όραμα
Post by: wings on 15 Dec, 2008, 01:12:32
https://www.youtube.com/watch?v=dBtMlLmLrLY

Σωτήρης Σκίπης & Γιάννης Σπανός, Άσπρα καράβια
(ερμηνεία: Πένυ Ξενάκη & Γιάννης Πουλόπουλος / δίσκος: Γιάννης Πουλόπουλος, μια φορά θυμάμαι... (1982))


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όραμα

Ελληνικό μες στο γαλάζιο θεώρημα ο άσπρος φλόκος.
Πάνω στην πλώρη ο κασιδιάρης μούτσος συλλογιέται.
Μια όμορφη στη σκότα είναι του τριγκέτου ζωγραφισμένη,
δεν είν’ αυτός που την αγαπά αλλ’ ο Καπετάνιος.

«Μέσα στη λεβέντικη καρδιά του Καπετάνιου με τα μουστάκια,
όλες τις θάλασσες και τους γιαλούς του κόσμου που δεν ξέρω αρμένισα.
Εσύ Αδελφή του Μέγ’ Αλέξανδρου που για τ’ αθάνατο τριγυρίζεις
ακολούθα μας σαν δέλφινας, γιατί ζει και βασιλεύει μα την πίστη μου.

»Από τις Ίντιες εκεί που λεν ότι έφτασε ίσως να γυρνάμε τώρα.
Μπορεί από πλιο μακρύτερα. Ποιο λιμάνι να πρωτοσυλλογιστεί ο νους;
Λαός πολύς παντού μ’ άλλες κουβέντες, που κι ο Καπετάνιος συνεννοόταν φαρσί.
Έχουμε τ’ αμπάρι με πραμάτεια κάργα και ρεγάλα για την όμορφη».

Συχαρίκια παίρνει ο Βίγλαρης και το μπάρκο άραξε.
Στα σοκάκια τον ανήφορο για τη σαστικιά του πάει ο Καπετάνιος.
Ανεβάζοντας από τη θάλασσα έναν κουβά, νίβεται ο Μούτσος.
Αγναντεύει τ’ άσπρο σπίτι της με τις γλάστρες στα παράθυρα.

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Re: Ο ζωγράφος Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
Post by: wings on 24 Dec, 2008, 18:35:40
Από τις σελίδες του Δήμου Θεσσαλονίκης, ένας πολύ γνωστός πίνακας του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη:

(https://www.translatum.gr/forum/proxy.php?request=http%3A%2F%2Fimg253.imageshack.us%2Fimg253%2F3997%2Fvaf10techni159a3272foq8.jpg&hash=989cc394bfbb5c3f48c1712ed85dbb390d4d24ad)

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μυχός κόλπου Θεσσαλονίκης
ΒΑΦΟΠΟΥΛΕΙΟ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ, Θεσσαλονίκη 1983 - 1993, Δήμος Θεσσαλονίκης

Πηγή: http://www.thessalonikicity.gr/eikones/HThessalonikitistexnis-Zografiki-6.htm
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Περιμένω
Post by: wings on 18 Jan, 2009, 13:58:44
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Περιμένω

Περιμένω
ανθοτρυγώ δεν σαπίζω
από πίσω
μέριμνα των ελπίδων
αφίες εμέ κοντά
ν’ αναχωρήσω να καθίσω.
Ευτυχισμένη
ράμφος αετού εμορφιά
φτερά
μέτωπο και τα μάτια,
ώρα της μνήμης
με πλοίο επιστρέφω
στο πέλαγος
στη ζωή.

(14 Οκτωβρίου 1937)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όρθρος
Post by: wings on 13 Mar, 2009, 15:00:13
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όρθρος

Μη φοβόσαστε που ξημερώνει,
έχουμε την καλή ελπίδα στην καρδιά μας.
Ας είναι οι δρόμοι έρημοι από ανθρώπους,
θ’ ακουστούν όλες οι φωνές της ημέρας.

Μην αναστενάζεις που ο μόχθος έχει πολλές ώρες,
το κάθε βάρος τ’ αλαφρώνει η συντροφιά,
ένα μάτι που προβάλλει απ’ τη συννεφιά,
η καλή ελπίδα πο’ ’χουμε στην καρδιά.

Ακούς πώς πάλλεται σαν καμπάν’ από φως,
διώχνοντας τα σκοτεινά φαντάσματα,
προσκαλώντας τον εργάτη στην οικοδομή,
η καλή ελπίδα που ’ναι στην καρδιά.

Τρέξτε πρόθυμα με το δίχτυ της ζωής,
στη θάλασσα με τις λαχτάρες που σιωπούν,
κάτι από τον ήλιο π’ αναλιώνει στα νερά,
θ’ ανέβει απάνω η ελπίδα της καρδιάς.

(περιοδικό «Μορφές», 1950)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Θάρρεψα
Post by: wings on 21 Mar, 2009, 23:20:39
https://www.youtube.com/watch?v=7lgPWsUXVrk

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Του κάτω κόσμου τα πουλιά (http://littlenautilus.blogspot.com/2010/04/blog-post_29.html)
(ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Θάρρεψα

Γυμνό το χρυσό κλαδί του ύπνου, όταν αράζανε τα πουλιά.
Ανοιχτά τα παράθυρα, όμως, δεν ήρθε η δεκοχτούρα να καθίσει.
Μιλώ μέσα στη σκοτεινιά και ερημιά του Κάτω Κόσμου,
γνωρίζοντας απ’ το Ευαγγέλιο την αμεριμνησία των πουλιών.

«Έλα πουλί στον τόπο σου, έλα στην κατοικιά σου», έλεγε
θρηνώντας ο πατέρας μου που ’φυγε, θάβοντας τη χαρά.
Τι βαριά η μαρμάρινη πλάκα, που χρειάστηκε να σηκώσω,
κατεβαίνοντας τ’ αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια.

Στην πλατιά ρούγα, με τα σφαλιχτά σπίτια της δυστυχίας,
καθώς έγειρα για λίγη ανάπαυση, ήρθες και μου πήρες το νου,
πουλί με τη μύτη τη χρυσή, με τα φτερά τα ασημένια,
δίχως τη βαριά ρόκα του γνεσίματος, που οι γυναίκες κρατούν.

Θάρρεψα πως ήταν λαβωμένα σου τα φτερά και θα σ’ έπιανα,
αλλά σε βρύση άγνωστη, εσύ τα ’ντυσες μαργαριτάρια.
Αφημένο στην αλάθευτη τη φροντίδα του Θεού για τα πλάσματα,
πετάς ελεύθερο από κάθε δυνατότητα ανθρωπίνου ενδιαφέροντος.

(1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ήλιος γλυκύς
Post by: wings on 22 Apr, 2009, 20:56:53
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ήλιος γλυκύς

Ανοιχτό δοχείο μέλι
ζάχαρη και άλλα συστατικά
δηλητήριο όταν βόσκουν ακόνιτο οι εργάτριες
και στα σκοτεινά αγαπιέται ο ήλιος
λάμπει κι όταν δεν είμαστε εδώ εμείς αυτός παντού
ο καθείς μια πτωχή γνώμη
ο ήλιος επί δικαίους και αδίκους
αποχαιρετώντας το πρόσωπο κλαίμε
λέμε όλα θα τα σηκώσει ο άνεμος
μα ο άνεμος κάνει το στήθος σπίτι του
ανάβει τα καντήλια στα μνήματα
γκρεμίζοντας τα φυσικά είδωλα
με τη βαριά για τα βαλάντια συντήρηση
οι καθημερινές ανάγκες απαιτούν
δωρεάν κίνηση, θέρμανση, φωτισμό
ελπίδες που παρέχει η έρημος
υπηρετώντας τον ήλιο της δικαιοσύνης
γεμάτη αγάπη μελετά
όλες τις μέρες της ζωής
σβησμένα κεριά της μνήμης,
δοξάζοντας το φως
που φέγγει, κι όταν σβήνει
σωρός φύλλων του φθινόπωρου
χιόνι αγάπης των βημάτων
τακτική εορτή θανάτου
ήλιος γλυκύς.                                                                                     

(30/08/1964)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Στροφή
Post by: wings on 18 May, 2009, 02:51:41
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Στροφή

Θέλω να σε μιλήσω κι εμποδίζουμαι.
Αχ του κόσμου τα σπίτια, γιατί να ’στε πέτρινα;
Γιατί η πλάση σαν ψωμί αγίνωτο να μη φουσκώνει,
ακούγοντας στον χτύπο της καρδιάς την πνοή του πλάστη;

Ανοίχτε τα παράθυρα για να ’μπει ο ήλιος,
γκρεμίζοντας τις μάντρες πο’ ’κτισαν οι ανθρώποι,
του θεού στην κορυφή σημάδι ν’ ανατείλει
η απλή ανθοφορεμένη γλυκιά ελπίδα.

Σένα θέλω να τραγουδήσω λουλούδι της γης,
καθώς το χέρι μου βυθίζω στο παρελθόν της γενιάς,
μες από σωρούς πεσμένα φύλλα νεκρά,
ίσαμε το μίσχο που σηκώνει το κεφάλι σου ψηλά.

Αυτό το κεφάλι που θα θεριστεί κάποια στιγμή
είναι η πιο εγκάρδια του θεού ικανοποίηση,
που διαβάζοντάς την μπορούμε να πεθαίνουμε,
απ’ τη γνωριμία ευτυχισμένοι μιας άλλης ζωής.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Μορφές

Πηγή: Ανθολογία Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης (1930-1980) [Νίκος Καρατζάς (1981)]
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αγών ψυχής
Post by: wings on 08 Jun, 2009, 22:47:33
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αγών ψυχής

Μόνος μέσα στου ονόματός μου τη φυλακή,
παρ’ όλο τον ήλιο τον πλούσιο της ημέρας,
στενοχωριέμαι και νιώθω τυφλός,
τη γλυκιά στερημένος ελπίδα του κόσμου.

Σύννεφο άυλης ποιότητας άχρονης,
μπαίνει στο σπίτι των θυρών κεκλεισμένων,
αλλάζοντας τη νύχτα σε παράδεισο,
φως, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Εκεί που δεν την περιμένεις, αναπάντεχα,
από τις άκρες στο σώμα των δαχτύλων εισορμά
ακμή ζωής και θάνατος ταυτόχρονα,
ανάσα, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Μες στην απόγνωση της κάθε μέρας ερωτώ,
το δέντρο που με την απουσία της σαραβάλιασε,
πώς διψασμένο να χορτάσει μπορεί
ψωμί, τη γλυκιά ελπίδα του κόσμου;

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Νυν και αεί
Post by: wings on 30 Jun, 2009, 23:14:54
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Νυν και αεί

Ξέρω ότι δεν γίνομαι κατανοητός
αλλά όσοι αγαπούν τ’ αρχαία
επανέρχομαι ότ’ η θέση των ανακτόρων δεν είναι γνωστή
τα κάστρα προάσπιζαν και κατά των εσωτερικών εχθρών
όπως και κατά των εναντίων εθνών
η πύλη ανοίχτηκε μ’ εντολή της κραταιάς βασίλισσας
φρούραρχος ένας απ’ την ίδια γενιά του αγίου
τοποθέτησε την καρδιά του στην εκκλησία
κι έγινε το σωματικό όργανο κατοικία του Υψίστου
λοιπόν μαζί με τους φίλους του εκεί πάνω
πριν παντρευτεί τη γυναίκα του
πήγε για καντάδα με το φεγγάρι
της φυλακής τα παράθυρα άκουγαν την Εκάτη
οι στέγες των σπιτιών γινόντουσαν λίκνα
μεθυσμένα λευκά φτωχόσπιτα
πάνω στα βράχια με τις πικραγγουριές
ξενιτεύτηκαν τρελάθηκαν χάθηκαν
το σεμνό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου
ορφανών και παιδιών προστάτου
πιο κάτω απ’ την πλατεία με τον φούρνο
η καταγωγή του απίθανη
και φράγκικη και γερμανική και σλάβικη
πιθανόν και κομμάτι εβραίικη
μόνη τρυφερότητα το τσιγάρο στο στόμα
σα να το ’χε εξακριβώσει με σοβαρή έρευνα
έδειχνε ποιο ήταν τ’ αρχοντικό των γονιών του
ράφτρα η μάνα του φαρμακώθηκε
έτρεχε τον ανήφορο ακολουθώντας τη νεκροφόρο
τα χέρια που πάν’ απ’ την κολυμπήθρα αξιώθηκαν
τον βασιλέα να κρατήσουν στη σπηλιά
δωρεάν λαμβάνοντας δωρεάν δίνοντας
κι ο νικητής όταν δεν είχε δύναμη πια
κατάντησε στρατώνας ο ναός
της είπαν πως δεν θα τον έπαιρνε άντρα
και τα εργατόσπιτα πνιγήκαν στα δάκρυα
«μετρήστε τα δέντρα» έλεγ’ η γιαγιά
με τα βράχινα σάπια κάγκελα
όπου στη μέση έπλεκ’ η πάπια
δίπλα στο βασιλιά καβάλα στους πολέμους
κρατώντας στον κόρφο του κόρφου εικόνα
κατάστικτος με άρμενα λευκά γιαλός
κατά την αρχαία μάνα των ποταμών
σπίτια πράσινα
έπιπλα κόκκινα
σπόροι στον φυτικό πλακούντα
λαϊκοί και μαυροφορεμένοι καλόγεροι
στα τόσα βάσανα των θνητών
μουσική για το κορίτσι στο παράθυρο
από τις κλίμακες των οπλιτών στις επάλξεις
πριν και μετά την σφαγή των δεκατεσσάρων χιλιάδων
ώστε να ταπεινωθούν οι ισχυροί κοσμικοί
φθεγγόμενοι με λίθους αρχαίους
νυν και αεί.

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η Θαλασσινή
Post by: wings on 29 Sep, 2009, 23:34:27
https://www.youtube.com/watch?v=GPQ9QIIcBG4

Μιχάλης Κατσαρός & Γιάννης Μαρκόπουλος, Η Θαλασσινή
(ερμηνεία: Γιάννης Μαρκόπουλος / δίσκος: Τα τραγούδια του νέου πατέρα (1972))


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η Θαλασσινή

Στις εικόνες μπροστά των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας
δέεται πο’ ’χει τον άντρα της στα ξένα, η Θαλασσινή,
νιόνυμφη, σαν τον άρτο που ζυμώνουν πρόσφορο, γαλατένια,
την ώρα που ο ήλιος κατεβαίνει στης μάνας του να λουστεί.

Καθώς πριν προφτάσει να τον γνωρίσει καλά, ξεκίνησε,
κείνος που μέσα της σόδιασε και θέρισε, την ευλογία
του σπόρου της αγάπης στην καρδιά της, δε βολούν πια
νά ’ρθουν μέσα της σε συμβιβασμό αισθήσεις και νους.

Σ’ όλο το δρόμο μέσ’ απ’ το ρέμα και τους αγρούς μπροστά της,
τον έβλεπε, στο σχήμα της αγριαπιδιάς, καταμεσής στο στάρι,
με δύναμη ξέφρενη τ’ ώριμο κορμί της να χορτάσει,
μόνο μ’ ένα άγγιγμα των χεριών που τον διψούν.

Από το φόβο της αμαρτίας, λίγο πριν έμπει στο ξωκκλήσι,
πατώντας εκεί που ο Γιάννης είχε σκοτώσει ένα φίδι,
των απατηλών προσδοκιών απ’ τα μάτια της έσβησε η οπτασία,
λυπημένη λοιπόν και ταπεινή, έβανε λάδι κι άναψε τα καντήλια.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Χρώμα και ουσία
Post by: wings on 11 Feb, 2010, 00:15:25
https://www.youtube.com/watch?v=G9VSt-0O11s

Χάρις Αλεξίου, Προσευχή (δίσκος: Οδός Νεφέλης ’88 (1995))

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Χρώμα και ουσία

Παλάμη του δημιουργού είν’ ο Ήλιος,
πλαγιάζοντας, ταυτόχρονα παραμένει ξύπνιος,
κι εξισορροπεί την αλήθεια του σχήματος,
τους βυθούς με τα υπερύψηλα.
Εκεί, ανάμεσα στις δυο ποιότητες των αποστάσεων,
τανιέται η ζωή και το δάσος,
το γυμνό σώμα της γης και οι στέγες,
οι ορισμοί της φύσης και του άνθρωπου,
η νομοτέλεια των κάστρων και οι πτυχές των αιώνων.

Ψαράς, μαθητεύοντας στη σιωπή,
αγρεύω την υπομονή
στων νερών τ’ ανακάτωμα,
και κοιτώντας τα σύννεφα
υποπτεύομαι την φωτιά της καρδιάς,
που θερμαίνει τη χύτρα γεμάτη
γάλα των κοπαδιών.

Χτες βράδυ, όπως κάθε φορά,
που εξαντλώντας τους αριθμούς,
αρθρώνω την προσευχή μου.

(4 Ιουνίου 1950)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ένας ψαράς
Post by: wings on 08 May, 2010, 10:33:13
https://www.youtube.com/watch?v=P07KLAOzjZI

Μάνος Χατζιδάκις, Κοντέσα Εστερχάζυ (έργο: Gioconda’s smile (Το χαμόγελο της Τζοκόντας) (1965))

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ένας ψαράς

Με την επάλληλη επαλλαγή, των κυμάτων του πεπρωμένου,
στον μυχό του ευρύστερνου κόλπου, ένας ψαράς στην άμμο,
κάτω από ’να πάπλωμα, αγρό της άνοιξης, κοιμάται,
ζώντας τους αιώνες της ιστορίας,
με τον αχό του φλοίσβου των πραγμάτων.

Η Κοντέσα καβάλα σε άσπρο άλογο
κι ο ψαράς από μόνος του συλλογιέται:
«Βάρκα θ’ αρματώσω για να σε κλέψω»,
στρέφοντας μέσα στον ύπνο το βλέμμα του,
μες στο σκοτάδι προς τ’ άστρα,
πάνω απ’ τα γυμνά ερείπια του πύργου.

Απάντεχε να ξημερώσει για να σηκώσει το πλεμάτι του,
με μπλεγμένες, κατά τη νυχτερινή βοσκή,
τις λαχτάρες του,
ταξίδι με γαλιότες κουρσάρικες, του βαλαντωμένου
με το υπερήφανο της Κοντέσας παράστημα.

Το χέρι του αποκοιμισμένου, αυτόματα,
προκειμένου να εκμηδενίσει κάθ’ αντίσταση στον πόθο του,
αρπάζει το κολοκοτρωνέικο σουγιά που χρησιμοποιεί,
στ’ άνοιγμα των μονόθυρων και δίθυρων οστράκων
της θάλασσας,
και σα να επρόκειτο γι’ απελατιλίκι αντρειωμένου,
το μπήγει στο χώμα της γης,
σκοτώνοντας την πραγματικότητα.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα
Post by: wings on 18 Sep, 2010, 19:09:34
https://www.youtube.com/watch?v=xYW64moSLKg

Esther Williams

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Όπως ο ναυπηγός την τρόπη του πλοίου προς την άνωση,
ο νους υπελόγισε τη γλυπτή γραμμή του σωμάτου μου.
Αποκάτω από τη λασπωτή αμμούδα του βυθού, που τ’ ανήλιαστα χόρτα κοιμούνται,
τα κρυφά, τα νερά με σηκώνουν στη θέλησή μου κυβερνημένα.
Αποπάνω μου το ύψος η ατμόσφαιρα σκύβει αχνή με τον Ήλιο.
Κολυμπώ αυτός είν’ ο νους μου.
Τα δυο μακριά λεπτά πόδια σμιχτά, δίχως τσάκισμα στα γόνατα,
εναλλάξ γρήγορα χτυπούν –μόνο η άκρη και τα δάχτυλα– και βυθίζονται.
Σχηματίζεται βαρύς, πηχτός αφρός.
Το κεφάλι το περισσότερο πλαγιαστό στο νερό μέσα.
Όταν ανοίγω ολόκληρο μεγάλο το στόμα μου είναι για να γιομίσω ανάσα.
Τα δυο τα χέρια, τα μπράτσα τα στρόγγυλα, ολόκληρα απ’ τον ώμο
παλεύουν σαν σπαθιά,
κάμνουν κορυφή τόξου στον αγκώνα,
όπου γλιστράν, όταν βγαίνουν ψηλά, σταλαγμίδες η θάλασσα, και ξαναπέφτουν.
Τα μάτια διακρίνουν τα έξω θολά, μέσ’ απ’ το γλαυκό γιαλό που σπιθιρίζει
αισθάνονται διπλά απομέσα.
Πώς το σκοτεινό εντός μου γίνηκε πηχτό και βλέπεται;
Ποια ευχαρίστηση όπως όταν το σώμα στο λίκνο αγκαλιάζεται,
στο ζεστό λίκνο, κι αφήνεται
αφήνεται εντελώς. Ξεχνά τη χωριστή του ύπαρξη.
Ποιους πόθους μού ξυπνά το άγγιγμα στην κοιλιά μου.
Το αντρίκειο, το δυνατό, το κολύμπημα πο ’μαθα
με φεύγει από το βύθισμα που θα χανόμουν.
Έσφιξαν όλ’ οι αρμοί στο ξεχωριστό μου το σώμα.
Φτάνω στο μακρινό ακρογιάλι.
Δεν είμ’ εκεί λεία σε κουρσάρο ή σε ναυαγό ανέλπιστη,
κρυμμένος απ’ τα μάτια θησαυρός.
Στέκουμαι ψηλή, όπως στη γης πιάνεται ένα δέντρο.
Δεν έχω τους εύκολους πόθους.
Ακούω την ανάγκη και το σκοπό μου.
Αυτόν υπηρετεί το σώμα μου και είναι όμορφο.
Το σεμνό στήθος μου ζητάει μόνο το βύζαγμα του παιδιού.

(περιοδικό «Τρίτο Μάτι», 1935)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Κρίνω την κίνηση μ’ ενδιαφέρον του κοχλία σε μια διάσταση...]
Post by: wings on 30 Jun, 2011, 14:00:27
https://www.youtube.com/watch?v=P0D3RRkesis

Κάτω στο γιαλό (παραδοσιακό Χίου με τη Δόμνα Σαμίου)

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Κρίνω την κίνηση μ’ ενδιαφέρον του κοχλία σε μια διάσταση...]

Κρίνω την κίνηση μ’ ενδιαφέρον του κοχλία σε μια διάσταση
για έναν σκοπό τα τρία στερούμαι μετρήματα
δίχως να νιώσει κανένας οικείος το μυστικό
τάχα μοιάζει με άνθρωπο η ευρύτερη θέα
πρόγονος πίθηκος ή δαμάλι από χρυσό
η ορθοτόμος ευαισθησία προσθέτει στο πρόσωπο
στα γεωγραφικά σύνορα βαθύτεροι κι ανοιχτότεροι τόνοι
δεν εξαντλείται με περιγραφές η προσευχή
τα λόγια από τον φυσικό κορμό χωρίζουν
με την κάθε πραγματιστική λεπτομέρεια το σώμα
βρίσκεται του τραχήλου η ανοιξιάτικη κόμη
περίσταση στον αμφικτιονικό ομφαλό που πείθει
κάτω στον γιαλό φουντωτή νεραντζούλα
γλήγορα απ’ το ηλιοβασίλεμα στο ξημέρωμα
διαστρεβλώνεται παραμορφώνεται στην επιφάνεια
στον τοίχο που ορίζω την πίστη νεκρός
έχοντας ανάγκη να γυρεύω απ’ όλους βοήθεια.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες

Το ποίημα γράφτηκε στις 29 Ιουλίου του 1943.

Πηγή: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης | Γραφή κατοχής [εκδ. Άγρα (2008)]
Title: Ο λογοτέχνης και ζωγράφος Ν. Γ. Πεντζίκης
Post by: Froly on 10 Dec, 2011, 13:26:22
Ο λογοτέχνης και ζωγράφος Ν. Γ. Πεντζίκης (http://wwk.kathimerini.gr/kath/7days/1997/03/02031997.pdf)

[Αφιέρωμα 30 σελίδων της εφημερίδας Καθημερινή]
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Τα παιδιά είναι ένας ιδιαίτερος κόσμος μέσα στον κόσμο...]
Post by: wings on 18 Nov, 2013, 15:20:23
(https://www.translatum.gr/forum/proxy.php?request=http%3A%2F%2Fpentzikis.ekebi.gr%2Fimages%2Ferga%2F3b.jpg&hash=25e8df27be40f0928fb3cdf28e4d7cfd422f5ca3)

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ο κήπος μας στη Θεσσαλονίκη (τέμπερα, 1952)
Πηγή: ΕΚΕΒΙ (http://pentzikis.ekebi.gr/erga.htm)


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Τα παιδιά είναι ένας ιδιαίτερος κόσμος μέσα στον κόσμο...]

Τα παιδιά είναι ένας ιδιαίτερος κόσμος μέσα στον κόσμο
γιατί έξω του κόσμου λέει ο ποιητής πρέπει να ζητήσουμε την ευτυχία
επίσης την άρνηση δεν καταλαβαίνω για την βασιλεία των ουρανών
κανένας ακόμα κι άρρωστος να θέλει δεν πρέπει να φύγει απ’ τον κόσμο
η ζωή είν’ ακριβή κι αν δεν μας αρέζει αλλάζουμε τον κόσμο
προς τι ο πεσιμισμός οι θλίψεις και οι άδικες τύψεις
κανένας να μας αρνηθεί δεν μπορεί το πλεονέκτημα της δουλειάς μας
η μικρή Ελπινίκη που η μητέρα της τη ντύνει σχεδόν δεν ξέρει τίποτα
καμιά όμως βασίλισσα στο θρόνο δεν κάθισε όπως κάθεται και ράβει
κέντημα του μαντιλιού πλούμισμα της ασπίδας του Αχιλλέα
δεν ξέρει καν τη δουλειά όπου αρχίνισε να παιδεύεται
μιμείται όπως έχει δει να κάνει η μητέρα της
μαζί βγήκανε κάποτε οι δυο τους στην εξοχή με ραβδί στο χέρι
πέρα από τα σπίτια αφού περάσεις το δάσος κοντά σ’ έναν τοίχο
καθίσανε στις πέτρες στα νερά κοντά που σχηματίζουν καταρράκτη
κρύο που ’ναι το νερό της μάνας σ’ ανοίγει την όρεξη
δεν χρειαζόμαστε τίποτα μη πραγματικό για την ευτυχία
οι πλεχτές πολυθρόνες το ψαθένιο τραπέζι η κολόνα το κάγκελο
όλα μπροστά στη θάλασσα που συγκεντρωθήκαμε χαρούμενοι είναι πραγματικά
όπως τα δέντρα έτσι και τα προϊόντα της δουλειάς και τα πρόσωπα
βρίσκει ο ποιητής ανάξια λόγου την παράσταση και κατηγορεί την υποκρισία
ομολογώ ότι μπορεί να ’χει δίκαιο είναι δύσκολο όταν λείπουν τα μέσα
η αδελφή μου αναγκάστηκε ένα καθημερινό καπέλο ν’ αλλάξει σε κάλυμμα αμαζόνος
ο κύριος Σόλων για να εμφανιστεί στρατιώτης μιμήθηκε το πηλήκιο από τους Γάλλους
η καλή νοικοκυρά βάθρο μη βρίσκοντας σε μια κυψέλη απάνω κάθισε
ακόμα μπορείς να πεις ότι δεν είναι για την αιωνιότητα διαλεγμένη η θέση
σ’ ένα ντουβάρι κάτω από μια γέφυρα δίπλα στα χεσίματα ενός σκύλου
μοιάζει εντελώς τυχαία η σχέση των φύλων που αγκαλιάζουν το παιδί
ομολογώ ότι άμεσα όλες αυτές μας εμποδίζουν να προσέξουμε οι ελλείψεις
άλλωστε ούτε υπάρχει λόγος να προσέξει κανένας ιδιαίτερα
ο σκοπός το νόημα σε κάθε παράσταση είναι μια στιγμή δεν συζητιέται
σηκωνόμαστε και η δουλειά μας εξακολουθεί όλες τις ώρες
το νόημα το προσέχουμε όταν επανερχόμαστε δεύτερη φορά με τη μνήμη
με τον καιρό βλέπουμε πως ό,τι θέλουμε να υποκριθούμε είμαστε
στη θαλασσινή ταράτσα μπροστά στην ευδαίμονη πολιτεία μας
οι αδελφές μου μαζί με τη θεία μου και η μανιά μου που πέθανε.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες

Το ποίημα γράφτηκε στις 18 Αυγούστου του 1943.

Πηγή: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: Γραφή κατοχής (εκδ. Άγρα, 2008)
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Χορτάτος απορεί με τις φωνές προς τη νύχτα...]
Post by: wings on 31 Dec, 2014, 21:03:48
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Χορτάτος απορεί με τις φωνές προς τη νύχτα...]

1


Χορτάτος απορεί με τις φωνές προς τη νύχτα
την ομορφιά από το παρελθόν των πραγμάτων
το σχήμα της παρούσης υπάρξεως
τον αυριανό χαιρετισμό στους φίλους
πριν σβήσει στο αίμα όλον τον κάμπο η φωτιά
επαινώ δεύτερη φορά την οικοδομή
τον καινούριο φυλάξαμε μήνα του χειμώνα
την μετεωρολογία και τα ποντίκια
είχε αλλάξει τον τοίχο η ζωή
θέλεις να σ’ ομιλήσω για το ένδυμα
το καλό και το ζεστό πανωφόρι χειμωνιάτικο
η ημερομηνία των φροντίδων δεν διαβάζεται
δεν βρίσκω νόημα στις σκέψεις και γνώμες
σ’ έναν ουρανό δίχως πρόσωπο και άκρα
ένα πεθαμένο γάντι στο χέρι
πλεχτό στη μηχανή με σειρές χρώματα
ένδειξη μετά τον αγώνα των στοιχείων
πάνω από τους αγρούς της σποράς στο κορμί
με τον ήλιο πο’ ’χει φυλαχτό η μασχάλη
αποκάλυψη της Μαργαρίτας στην ανέμη
ευρύτερη με τα μαλλιά τα κλωσμένα
θέα του κόσμου που με συνοδεύει
πρώτο βήμα στη γεωμετρία του χώρου.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες

Το ποίημα γράφτηκε στις 28 Ιουλίου του 1943 (διαγραμμένο με σημείωση «Εκταφή 25-5-47»).

Πηγή: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης | Γραφή κατοχής [εκδ. Άγρα (2008)]
Title: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Ένα σύρμα ντυμένο επιτρέπει ή διακόπτει την κυκλοφορία...]
Post by: wings on 28 Jun, 2019, 16:46:15
(https://www.nhmc.uoc.gr/sites/default/files/private/images/66453_0.jpg) 

Φωτογραφία του φυτού «Στρογγυλόφυλλη Σαξιφράγκα», Saxifraga rotundifolia, στο χωριό Κοκκινόπηλος στον νομό Λαρίσης
Πηγή: Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης (https://www.nhmc.uoc.gr/el/museum/photo-archive/selection/images/nhmc.image.66453)


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Ένα σύρμα ντυμένο επιτρέπει ή διακόπτει την κυκλοφορία...]

Ένα σύρμα ντυμένο επιτρέπει ή διακόπτει την κυκλοφορία
Ευθεία σχεδόν αν και ξέρουμε πως δεν υφίσταται τέτοια γραμμή
άσπρα μαρμάρινα αποκάτω στηρίγματα κι όργανα
όρια απ’ όση σχεδόν επιφάνεια βλέπουμε
μας στεναχωρεί ένα μικρό τμήμα ορατό απ’ την άλλη μεριά
κενός δίχως κανένα γράμμα από τη λέξη που αρχινούμε
«ξα» η πρώτη συλλαβή δεν έχει κανένα νόημα
«ξαστεριά» συμπληρώνω αισιόδοξα επειδή θυμούμαι
πριν μετά ή την ώρα που ’θελα να σκοτωθώ δεν ξέρω
πάντα στεναχωρημένος άνοιξα το παράθυρο προς τον ουρανό
περιμένοντας όπως τα κορίτσια ερωτούν τη μαργαρίτα «μ’ αγαπά»
μια μαργαρίτα με ρίζα ισχυρή που σπάνει την πέτρα
χάνοντας τη ζωή ο καλλιτέχνης και η αγάπη του
μαδούν μια Σαξιφράγκα στο νερό το τρεχούμενο
τα σέπαλα και τα πέταλα είναι τ’ όνομα μαζί με το αίσθημα
στους ύπερους και τους στήμονες κρύβονται στη γύρη και τα ωάρια
ο πατέρας με τη μάνα μαζωμένοι και τ’ αδέλφια
πάντοτε στην επιφάνεια που ξεσκεπάζει όλα τ’ απόκρυφα
τη μια και τις δυο χαρές που έχουν χαθεί
ο τοίχος γκρεμίζει κι απομέσα η λάσπη φαίνεται
σύμβολα της χαράς τα γράμματα μαρτυρούν κάτι ξένο
τα χέρια της αξίας που λατρέψαμε την ημέρα
οι τσέπες μου με τη βροχή είχαν γεμίσει άνθη ροδιάς
κλωσμένα μαλλιά σύννεφα μαβιά πάνω από τα χώματα
όπου λιώναν τα χιόνια στα οργώματα πρασινάδες
μ’ ασημένιες εμβάδες όλα τα χρώματα ένωνε κίτρινος ήλιος
όλος ο διάκοσμος με τις ψηφίδες σκεπάστηκε από δέρμα μαύρο
στέρηση όπου καμιά ομοιότητα δεν γνωρίζεται
μέσα στο γεωμετρικό τελειώνοντας ορθογώνιο.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες

Το ποίημα γράφτηκε στις 30 Ιουλίου του 1943.

Πηγή: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης | Γραφή κατοχής [εκδ. Άγρα (2008)]