Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => English->Modern Greek Translation Forum => Sports/Games => Topic started by: on 18 Apr, 2006, 11:53:20

Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: on 18 Apr, 2006, 11:53:20
ξέρει κανείς αν έχουμε κάτι παρόμοιο για τον αθλητή που κάθεται συνέχεια στον πάγκο;
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: metafrastis on 18 Apr, 2006, 11:55:09
Παγκίτης

Επίσης χλευαστικά παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα.

Περιφραστικά "γυαλίζει τον πάγκο".
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: banned8 on 18 Apr, 2006, 13:28:14
Επίσης χλευαστικά παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα.
Περιφραστικά "γυαλίζει τον πάγκο".

Αυτές τις γνώσεις σου πρέπει να τις αξιοποιήσουμε!
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: metafrastis on 18 Apr, 2006, 13:52:51
Ε, μα...
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: diceman on 18 Apr, 2006, 15:00:29
Νομίζω ότι ξεχάσαμε και μια εξαιρετική απόδοση: εξωφυλαρούχας!
(Με άλλα λόγια, εκείνος που μένει έξω από τον αγώνα, στον πάγκο, και φυλάει τα ρούχα των υπολοίπων.)
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: zephyrous on 18 Apr, 2006, 15:26:12
lol
Μαζί και ο περίφημος "έξω δεξιά στον πάγκο". ;)
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: zephyrous on 18 Apr, 2006, 16:21:15
Και συμπληρωματικά σ' αυτό που λέει ο Βασίλης, έχουμε και τον περίφημο... βασταρούχα.
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: on 18 Apr, 2006, 20:36:01
Μα να είναι όλα ένα και ένα!
Ευχαριστώ πολύ για τη βοήθεια και για τα γέλια!
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: auditor on 02 Aug, 2007, 08:18:02
Πάντως, τόσα χρόνια που ασχολούμαι μανιωδώς με την μπάλα* και το μπάσκετ, μόνο τον παγκίτη και τον φυλαρούχα έχω ακούσει να χρησιμοποιούνται κατά κόρον. Όλα τα άλλα χρησιμοποιούνται σπανιότατα και μάλλον για γαρνιτούρα.

(Σ.Σ. το εξωφυλαρούχας που αναφέρει ο diceman εγώ το ήξερα πάντα σκέτο φυλαρούχας και χρησιμοποιείται κυρίως όταν μιλάμε για ερασιτεχνικό -- και αρκετές φορές μη οργανωμένο-- ομαδικό αθλητισμό).

*Χα, χα, παρατηρήσατε τι σημαίνει η λέξη "μπάλα" για τον μανιώδη ποδοσφαιρόβιο;

Έντιτ: μήπως αυτό το νήμα βρίσκεται σε εντελώς λάθος κατηγορία; ΜΟΝΤ!
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: banned8 on 02 Aug, 2007, 15:27:02
*Χα, χα, παρατηρήσατε τι σημαίνει η λέξη "μπάλα" για τον μανιώδη ποδοσφαιρόβιο;

Έντιτ: μήπως αυτό το νήμα βρίσκεται σε εντελώς λάθος κατηγορία; ΜΟΝΤ!

Φυσιολογικά πράγματα. Όπως στην επαρχία μπορεί ακόμα να λένε ότι έχουν «πέντε παιδιά και δύο κόρες (με το συμπάθιο)».

(Η κατηγορία μάλλον διορθώθηκε.)
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: auditor on 02 Aug, 2007, 16:27:50
Θα σε ξαναδιορθώσω, σεβασμιότατε:

πέντε παιδιά και δυο κορίτσια*

(ούτε καν το θηλυκό δεν χρησιμοποιείται)


*και με τη σωστή προφορά: "πεντ' πιδιά κι δυο κουρίτσα"
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: psifio on 02 Aug, 2007, 16:59:40
**ή: "πέντε παιδιά και δυο κορίτσα"
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: banned8 on 02 Aug, 2007, 17:16:47
Πάντως το καταγράφουν τα λεξικά. Π.χ. στο ΛΚΝ:
(λαϊκότρ., με σημ. που εκφράζει μια παρωχημένη ανδροκρατική αντίληψη) γιος ή αγόρι, σε αντιδιαστολή προς τη θυγατέρα ή το κορίτσι: Έχει δυο παιδιά κι ένα κορίτσι.
Παράδειγμα ΛΝΕΓ: Από την πρώτη του γυναίκα είχε δύο παιδιά κι ένα κορίτσι.
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: auditor on 02 Aug, 2007, 18:02:21
Σιγά μην δεν το κατέγραφαν. Θα ήταν, πλέον, καταχρηστικό από την ανάποδη. Η γιαγιά μου η συχωρεμένη, δεν είπε ποτέ κάτι άλλο. Και, φυσικά, δεν ήταν η μόνη.
Title: benchwarmer → μόνιμος αναπληρωματικός, παγκίτης, παγκ-μαν, παγκαίος, αναπληρωματική πετσέτα, αυτός που γυαλίζει τον πάγκο
Post by: banned8 on 02 Aug, 2007, 18:08:21
Είναι που έχω πια μπει στο τριπάκι (αθησαύριστο;) κάθε «περίεργη» λέξη που γράφω ή διαβάζω, κάθε ιδιωματισμός και κάθε νέα σημασία, να με κάνει να κοντοστέκομαι και να αναρωτιέμαι: έχει περάσει στα λεξικά; Ρε ζημιά που πάθαμε...