προσκύρωση → conveyance to an adjacent property, conveyance to an adjacent landowner

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836543
    • Gender:Male
  • point d’amour
προσκύρωση
(νομικός όρος) η αναγκαστική μεταβίβαση σε κάποιον της κυριότητας ενός πράγματος που ανήκει σε άλλον
προσκύρωση - Βικιλεξικό

προσκύρωση | Greek to English | Law: Contract(s)


 

Search Tools