ομοδικία → joinder, joinder of parties, consolidation of separate actions

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 835303
    • Gender:Male
  • point d’amour
ομοδικία consolidation of separate actions

In law, a joinder is the joining of two or more legal issues together. Procedurally, a joinder allows multiple issues to be heard in one hearing or trial and is done when the issues or parties involved overlap sufficiently to make the process more efficient or more fair. It helps courts avoid hearing the same facts multiple times or seeing the same parties return to court separately for each of their legal disputes. The term is also used in the realm of contracts to describe the joining of new parties to an existing agreement.
Joinder - Wikipedia


The plaintiff by the action and the defendant by counterclaim claimed ownership of certain unregistered land by virtue of adverse possession. Possession allegedly began before the enactment of Cap. 224 and, therefore, the matter was governed by the law in force prior to such enactment. Under such law the period of prescription for land in the category of Arazi Mine was ten years. The trial Court concluded that« the certainty of the events contained in each version leaves quite a lot to be desired». However, the Court thought that «it was its duty to decide with preponderance of evidence, on one version or the other». The trial Court concluded that «the version of the defendant is more probable than that of the plaintiff». The trial Court did not make any findings as regards credibility of witnesses. Hence, allowing the appeal:-
(1) Evidently, the Court took the view that the evidence adduced was uncertain and of doubtful value. The statement as to the Court’s duty in the face of uncertain evidence betrays a misconception.
{2) The need to reason a judgement requires the Court to sum up (though not to recapitulate) the evidence and determine whether the evidence adduced is acceptable and to what extent. The analysis of the evidence must be accompanied by concrete findings of fact, an indispensable prerequisite for the determination of the case. The omission on the part of the Court to make findings relevant to the credibility of witnesses is fatal for the deliberations of the Court.
(3) Another defect of the Judgement appealed from is that the trial Court confused the issue of credibility with that of the standard of proof necessary to substantiate the cause litigated by the action. It is obvious from the tenor of the judgement that the trial court decided the credibility of witnesses by reference to the standard of proof, a separate and distinct issue. In the absence of findings on the credibility of witnesses, it was impossible for the Court to ponder their evidence and decided on a balance of probabilities whether the plaintiff with regard to the claim and the defendant with regard to the counterclaim, discharged the burden separately cast on them.
(4) Adverse possession should be proved by positive evidence. Consolidation of separate actions or hearing together of a claim and counterclaim are procedural expedients designed to avoid multiplicity of proceedings. The conjunction does not fuse separate actions into one nor does it obliterate the separateness of the actions or the distinct burden cast on either party. In this case the Court examined the evidence adduced on behalf of the defendant with a view to determining the claim. They omitted to ponder the separate issue of deciding whether the defendant discharged the burden cast on him to establish by positive evidence the counterclaim. This is yet another serious flaw of the judgement advocated by counsel for the appellant.


Ο ενάγων με την αγωγή και η εναγόμενη με ανταγωγή, αξιωθήκαν την κυριότητα συγκεκριμένης μη δηλωμένης γης λόγω χρησικτησίας. Η κατοχή φέρεται να άρχισε πριν την θέσπιση του Κεφ. 224 και συνεπώς το ζήτημα καθοριζόταν από την νομοθεσία που βρισκόταν σε ισχύ πριν από την εν λόγω θέσπιση. Σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, η περίοδος του δικαιώματος κατοχής για γη στην κατηγορία Azari Mirie ήταν δέκα χρόνια. Το Δικαστήριο κατέληξε πως «ο βαθμός βεβαιότητας των γεγονότων που περιλαμβάνονται σε κάθε εκδοχή είναι ανεπαρκής». Εντούτοις, το δικαστήριο θεώρησε πως «ήταν το καθήκον του να αποφασίσει με μέτρο την υπεροχή των αποδεικτικών στοιχείων υπέρ της μιας εκδοχής ή της άλλης».
Το Δικαστήριο κατέληξε πως «η εκδοχή του εναγόμενου είναι πιο πιθανή από αυτήν του ενάγοντος». Το δικαστήριο δεν προέβη σε διαπιστώσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Συνεπώς, επέτρεψε την έφεση:
(1) Εμφανώς, το δικαστήριο είχε την άποψη πως τα επικαλεσθέντα αποδεικτικά στοιχεία ήταν αβέβαια και αμφιβόλου αξίας. Η δήλωση σχετικά με το καθήκον του Δικαστηρίου ενόψει αβέβαιων αποδεικτικών στοιχείων προδίδει μια παρανόηση.
(2) Λόγω της ανάγκης για αιτιολογία της απόφασης του, το Δικαστήριο καλείται να συνοψίσει (αλλά όχι να ανακεφαλαιώσει) τα αποδεικτικά στοιχειά και να εξακριβώσει εάν τα επικαλεσθέντα στοιχεία είναι αποδεκτά και σε ποιο βαθμό. Η ανάλυση των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να συνοδεύεται από συμπεράσματα που αφορούν πραγματικά περιστατικά, μια απαραίτητη προϋπόθεση για τον προσδιορισμό της υπόθεσης. Η παράληψη από το δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα σχετικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων είναι μοιραία για τις συνεδριάσεις του Δικαστηρίου.
(3) Ακόμα ένα ελάττωμα της προσβαλλομένης απόφασης είναι πως το Δικαστήριο μπέρδεψε το θέμα της αξιοπιστίας με αυτό του βάρους της αποδείξεως που είναι απαραίτητο προκειμένου να τεκμηριωθούν τα αίτια που αμφισβητούνται στην αγωγή. Είναι προφανές από το περιεχόμενο της αποφάσεως πως το δικαστήριο αποφάσισε για την αξιοπιστία των μαρτύρων σε σχέση με το βάρος της αποδείξεως, ένα ξεχωριστό και διακριτό θέμα. Με δεδομένη την απουσία συμπερασμάτων αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων, ήταν αδύνατο για το Δικαστήριο να σταθμίσει τα στοιχεία και αποφάσισε σε μια ισορροπία πιθανοτήτων όσον αφορά το κατά πόσον ο ενάγων σε σχέση με την αξίωση του και ο εναγόμενος σε σχέση με την διαγώνια αξίωση του, απαλλαχτήκαν από το βάρος που κατανεμήθηκε ξεχωριστά σε αυτούς.
(4) Η χρησικτησία θα πρέπει να αποδεικνύεται με θετικά αποδεικτικά στοιχεία. Η ομοδικία διαφορετικών προσφυγών, ή η από κοινού εξέταση μιας αγωγής και της ανταγωγής είναι μεθοδεύσεις διαδικαστικού χαρακτήρα που στοχεύουν στην αποφυγή πολλαπλών νομικών διαδικασιών. Ο συνδυασμός δεν συγχωνεύει ξεχωριστές αγωγές σε μία ούτε ακυρώνει τον ξεχωριστό χαρακτήρα των αγωγών, ή το διακριτό βάρος που κατανέμεται σε κάθε διάδικο. Σε αυτήν την περίπτωση το Δικαστήριο εξέτασε τα επικαλεσθέντα αποδεικτικά στοιχεία εκ μέρους του εναγόμενου με σκοπό τον καθορισμό του της αξίωσης. Παρέλειψαν να αναλογιστούν το ξεχωριστό θέμα του να εκτιμήσουν εάν ο εναγόμενος απαλλάχτηκε από το βάρος που του κατανεμήθηκε για να στοιχειοθετήσει την ανταξίωση με θετικά αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό είναι ένα ακόμα σοβαρό ελάττωμα της απόφασης όπως υποστηρίχθηκε από τον συνήγορο του εφεσιβάλλοντος.


Andry Panayiotou - Greek to English translator. Translation services in Linguistics


 

Search Tools