ποικιλοχλώρωση → infectious variegation, variegation virus

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 853650
    • Gender:Male
  • point d’amour
ποικιλοχλώρωση infectious variegation
ποικιλόχρωση

(φυτοπαθ.) η εναλλαγή σε ένα φύλλο ή άλλο όργανο διαφόρων αποχρώσεων του πράσινου χρώματος, χωρίς σαφή όρια διαχωρισμού μεταξύ τών αποχρώσεων.
ποικιλοχλώρωση - Ancient Greek (LSJ)


 

Search Tools