να 'σου που ή να σου που → να σου που

Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80223
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
Όχι το «να σού πω». :)

Αυτό ψάχνω: [...] και να'σου που εμφανίστηκε στην πόρτα μου ξαφνικά ο ταχυδρόμος ; Το αντίστοιχο του γαλλικού et voilà que
« Last Edit: 07 Mar, 2012, 13:02:26 by wings »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


crystal

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9009
    • Gender:Female
να σου που χωρίς απόστροφο

να 1 [ná] μόριο : I.για να δείχνουμε πρόσωπα ή πράγματα. 1. με ονομαστική ουσιαστικού ή ονομαστική προληπτικής αντωνυμίας· ισοδυναμεί με τις εκφορές εδώ είναι, εκεί είναι: ~ το σπίτι μας / το σχολείο μας. ~ τος ο αδερφός της, εδώ είναι ο αδερφός της. ~ τη η εφημερίδα που γύρευες. ~ η ευκαιρία που ζητούσες. ~ βιβλίο για να αγοράσεις, αυτό είναι κατάλληλο… (έκφρ.) ~ παιδί / κορίτσι / μαθητής, ~ μάλαμα*! ΦΡ ~ τα μας, δηλώνει έκπληξη και δυσφορία του ομιλητή για κτ. που έγινε αμέσως προηγουμένως: ~ τα μας! Θα μας πει και ψεύτες τώρα. 2. με αιτιατική προληπτικής αντωνυμίας· ισοδυναμεί με τις εκφορές δες εδώ, δες εκεί· ακολουθεί το ουσιαστικό συνήθ. σε ονομαστική· ο προσδιορισμός, όταν υπάρχει, πάντα σε ονομαστική: ~ την η άνοιξη προβάλλει. ~ με, γύρισα. ~ με μπλεγμένος σε χίλιες δυο δουλειές. ~ την η μέρα που περίμενες, αυτή είναι. || με την έννοια του πάρε: ~ το τουφέκι είπε· αν είσαι παλικά ρι ρίξε. Θέλεις ψωμί; ~ λίγο, να πάρε λίγο. 3. (προφ.) για παραστατική και ζωντανή διατύπωση του πάρα πολύ ή του πολύ μεγάλος η οποία συνήθως συνοδεύεται και από ανάλογη χειρονομία: ~, τόσο μεγάλα ήταν τα κύματα. Άνοιξε ένα στόμα ~. Έβγαλε μια γλώσσα ~. ΦΡ ~! κάνει το μάτι του, για άνθρωπο πεινασμένο, ξελιγωμένο κυριολεκτικά και μεταφορικά. (χυδ.) ~, με ανάλογη χειρονομία, στα τέτοια μου, στ΄ αρχίδια μου. ~ και τούτη ~ κι εκείνη, για μεγάλο ξυλοκόπημα. II1. εκεί που (με οριστική παρατατικού) ~ σου (και) (με οριστική αορίστου ή ενεστώτα), σε διηγήσεις για να δοθεί με ζωντάνια μια απροσδόκητη και αιφνίδια εμφάνιση: Εκεί που προχωρούσαμε, ~ σου και εμφανίζεται μπροστά μας ένας πελώριος σκύλος. Εκεί που διάβαζα, ~ σου ένα όνομα που μ΄ έκανε να αναπηδήσω. 2. ως προεξαγγελτικό πρότασης: α. εκφράζει την ικανοποίηση, ανακούφιση κτλ. του ομιλητή: ~! πέρασε κι αυτός ο χειμώνας. ~ που κι εσύ κάνεις λάθη. ~ που σ΄ έπιασα. || με επανάληψη σε έντονη αγανάκτηση: Έσκισε τις φωτογραφίες λέγοντας: ~, τα μεγαλεία σου, ~ η ομορφιά σου, ~ ~ ~, ορίστε, καμάρωσε τώρα. β. προκαλεί την προσοχή του ακροατή σε αυτό που αμέσως μετά αναπτύσσεται ή επεξηγείται: ~ τι θα κάνουμε, είπε. ~ τι είχε συμβεί. γ. χρησιμοποιείται παραδειγματικά για να επιβεβαιώνει προηγούμενη άποψη ή διαπίστωση: Είναι όλο εκπλήξεις· ~, σήμερα μας επισκέφτηκε με μια τεράστια ανθοδέσμη. Όλο ζημιές κάνει· ~, χθες έσπασε το μεγάλο κινέζικο βάζο. δ. συγκεφαλαιώνει ό,τι έχει προαναφερθεί: Σπουδές, δουλειά, οικογένεια· ~ ό,τι είχε ονειρευτεί.
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη



Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80223
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
Ευχαριστώ πολύ!
Communicate. Explore potentials. Find solutions.




 

Search Tools