χρεοκοπία ή χρεωκοπία;

spiros · 5 · 25122

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824587
    • Gender:Male
  • point d’amour
χρεοκοπία ή χρεωκοπία;

χρεοκοπία η [xreokopía] O25 : 1.(νομ.) παράνομη ή γενικά σκόπιμη πτώχευση: Δόλια / απλή ~. || (επέκτ.) πτώχευση. 2. (μτφ.) ολοκληρωτική αποτυχία: ~ ενός πολιτικού / μιας κυβέρνησης / μιας ιδεολογίας. [λόγ.: 1: ελνστ. χρεοκοπία· 2: σημδ. ιταλ. bancarotta]
ΛΚΝ

χρεωκοπία κ. χρεοκοπία (η) [μτγν.] |χρεωκοπιών| 1. η αδυναμία πληρωμής των χρεών (ατόμου ή εταιρείας), επειδή οι οφειλές προς τους πιστωτές υπερβαίνουν τα οικονομικά διαθέσιμα ΣΥΝ. πτώχευση 2. (μτφ.) η αποτυχία στην επίτευξη ενός στόχου: η εκπαιδευτική πολιτική οδηγείται σε - || η - των πολιτικών συστημάτων || η - μιας θεωρίας. χρεωκόπος κ. χρεοκόπος (ο) [μτγν.].
ΛΝΕΓ

χρεωκοπώ κ. χρεοκοπώ ρ. αμετβ. χρεωκοπείς... | χρεωκόπησα, -μένος) 1. δεν είμαι σε θέση να πληρώσω τα χρέη μου: η εταιρεία τυυ χρεωκόπησε ΣΥΝ. φαλιρίζω. πτωχεύω 2. παύω να έχω πια το κύρος, το γόητρο, την αξιοπιστία που είχα: χρεωκόπησε από τη στιγμή που έμπλεξε μαζί τους || ως πολιτικός έχει πια χρεωκοπήσει ΣΥΝ. ξοφλάω, υποβαθμίζομαι 3. (γενικότ.) δεν μπορώ να αποδώσω καρπούς, δεν φέρνω τα προσδοκώμενα αποτελέσματα: η πολιτική τής κυβέρνησης έχει χρεωκοπήσει || χρεωκοπημένες επιλογές στην εκπαίδευση ΣΥΝ. αποτυγχάνω ΑΝΤ. επιτυγχάνω. - χρεωκοπικός, -ή. -ό 11886] κ. χρεοκοπικός.
[ΕΤΥΜ. < μτγν. χρεωκοπώ (-έω) < χρεω- + -κοπώ < κόπτω, πβ. κ. πλευ-ρο-κοπώ).
ΛΝΕΓ

χρεοκοπία (η) ουσ.  αξιόποινη πτώχευση | (μτφ.) ηθική έκπτωση | (γεν.) αποτυχία
[<μτγν. χρεωκοπία < χρεωκοπέω -[ù]
ΜΕΛ

χρεοκοπία η, ΝΑ· βλ. χρεωκοπία.
ΠΑΠΥΡΟΣ

χρεωκοπία και χρεοκοπία, η, ΝΑ [χρεωκόπος]· (νεοελλ.) 1. αδυναμία εκπλήρωσης οικονομικών υποχρεώσεων, αδυναμία πληρωμής χρεών, κν. φαλίρισμα, φαλιμέντο· 2. (νομ.) η αξιόποινη πτώχευση, που διακρίνεται σε απλή και σε δόλια, ανάλογα με τον βαθμό υπαιτιότητας τού δράστη· 3. (μτφ.) απώλεια ισχύος και κύρους, αποτυχία («η χρεωκοπία τής οικονομικής πολιτικής είναι πλέον ολοφάνερη»)· 4. (φρ.) «κρατική χρεωκοπία»· (οικον.) η αδυναμία τού κράτους να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις τόσο προς το εσωτερικό, αλλά, κυρίως, προς το εξωτερικό· || (αρχ.) διαγραφή, απαλειφή χρεών χωρίς να έχει προηγηθεί η πληρωμή τους.
ΠΑΠΥΡΟΣ
« Last Edit: 03 Apr, 2012, 23:57:51 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72548
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Το ΛΝΕΓ και το λεξικό Πάπυρος λημματογραφούν το «χρεωκοπία» και δίνουν ως εναλλακτική γραφή το «χρεοκοπία».

Το λεξικό Κριαρά δίνει μόνο το «χρεοκοπία».

Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)



MeropiZ

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 1
Η Νεοελληνική τείνει να λησμονεί την (αισθητηριακή) λογική της ορθογραφίας.
Νομίζω, λοιπόν, ότι το "χρεωκοπία" αποδίδει ορθότερα την ηχητική της λέξης
(το 1ο "ο" είναι βαθύτερο του 2ου και, γι' αυτό, γίνεται "ω").


dominotheory

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2074
Το σίγουρο είναι ότι χρησιμοποιούνται και τα δύο. Παράδειγμα της κατάστασης:

Στη Magenta απαντάται κυρίως η χρεοκοπία, ενώ το GWord χρησιμοποιεί την χρεωκοπία.

Επίσης, στη Magenta: bankrupt → χρεοκοπώ // go to pot → χρεωκοπώ.


χρεοκοπία    About 5,250,000 results

χρεωκοπία    About 875,000 results




sophistes

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 183
Έτσι το προσεγγίζει ο Ηρωδιανός:

Τὰ παρὰ τὸ χρέος συγκείμενα, κοινῶς μὲν, διὰ τοῦ ο μικροῦ γράφονται· οἷον· κατάχρεος· ὑπόχρεος· ἀξιόχρεος· ᾿Αττικῶς δὲ, διὰ τοῦ ω.
Τὰ παρὰ τὸ χρέος συγκείμενα διὰ τοῦ ο μικροῦ γράφονται, μέσον ἔχοντα τὸ ο μικρόν· οἷον· χρεοκοπῶ· χρεολυτῶ· χρεοδοτῶ· χρεοκοπία· χρεηλασία· χρεοδοσία· καὶ τὰ ὅμοια. 
Πλὴν τῶν γε κατὰ συναλοιφήν· οἷον· χρεωφειλέτης· ἔτι δὲ χρεώστης, καὶ χρεωστῶ, καὶ τὰ ὅμοια.


 

Search Tools