chink in one's armor -> αχίλλειος πτέρνα, αδύνατο σημείο, τρωτό σημείο, ευάλωτο σημείο


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 818988
    • Gender:Male
  • point d’amour
chink in one's armor -> αχίλλειος πτέρνα, αδύνατο σημείο, τρωτό σημείο, ευάλωτο σημείο

In these early stages, we can't tell you if ESPN copy editors using "chink in the armor" as a way to describe Asian-American Jeremy Lin and his New York Knicks losing their first game in 13 days on Friday night is on par with what Jason Whitlock pulled off a week before. Whitlock obviously, and admittedly, made an awful (and worse, to me, unfunny) joke at Lin's heritage's expense.

A vulnerable area, as in Putting things off to the last minute is the chink in Pat's armor and is bound to get her in trouble one day . This term relies on chink  in the sense of "a crack or gap," a meaning dating from about 1400 and used figuratively since the mid-1600s.

το αδύναμο σημείο κάποιου, το σημείο όπου κάποιος είναι τρωτός

Η φράση «Αχίλλειος πτέρνα» προήρθε απο το έπος του Ομήρου Ιλιάδα αφου ο κύριος ήρωας της ιστορίας Αχιλλέας σκοτώνεται από τον Πάρη αφού το βέλος του τελευταίου βρίσκει την πτέρνα του Αχιλλέα. Η Θέτιδα όταν βουτούσε στα ύδατα της Στυγός τον Αχιλλέα για να τον κάνει αθάνατο τον κρατούσε απο την πτέρνα η οποία δεν μπήκε στο νερο και έτσι έγινε το μόνο τρωτό σημείο του Αχιλλέα (εκείνο που θα τον σκότωνε). Αυτή την φράση την λέμε για να τονίσουμε το αδύναμο σημείο μας.

Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αχίλλειος -ος / -α -ο [axílios] Ε15 : κυρίως στην έκφραση αχίλλειος πτέρνα, το τρωτό, το ευαίσθητο σημείο κάποιου. [λόγ. < αρχ. Ἀχίλλειος `του Aχιλλέα΄, η έκφρ. μτφρδ. γερμ. Achillesferse ή γαλλ. talon d΄Achille]
[Λεξικό Γεωργακά]
αχίλλειος1, -α (& L -ος), -ο [açílios] (L) of or pertaining to Achilles: αχίλλειος τένων anat Achilles' tendon, tendo Achillis | αχίλλεια πτέρνα Achilles' heel, vulnerable spot | οι αρετές της νεοελληνικής γλώσσας αποτελούν την αχίλλεια φτέρνα της, το ασθενές σημείο της (Andriotis) | έχει και η φιλία την αχίλλειο πτέρνα της, τη γυναίκα (Palaiologos) [fr kath αχίλλειος ← AG, der of Aχχιλεύς]
[Λεξικό Γεωργακά]
αχίλλειος2, -α (& L -ος), -ο [açílios] (L) prehist of or pertaining to the lower paleolithic period and characterized by coarsely hewn stone tools, acheulean: αχίλλειος εποχή, περίοδος | αχίλλειος βαθμίδα [fr kath (neol) αχίλλειος ← Fr acheuléen, this fr St. Acheul, town near Amiens, France]


Search Tools