μητριάρχης, μητριάρχις, μητριάρχισσα;

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 821560
    • Gender:Male
  • point d’amour
μητριάρχης, μητριάρχις, μητριάρχισσα;

Ως απόδοση του matriarch. Δεν το βρίσκω στα μεγάλα μονόγλωσσα.

μητριαρχικός -ή -ό [mitriarxikós] Ε1 : που αναφέρεται στη μητριαρχία· (πρβ. πατριαρχικός): Mητριαρχική κοινωνία. [λόγ. μητριαρχ(ία) -ικός μτφρδ. γαλλ. matriarcal]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

Catalan: matriarca; Chinese Mandarin: 女家長, 女家长; Danish: matriark; Dutch: aartsmoeder, matriarch; Esperanto: matriarko; Faroese: ættarmóðir; Finnish: matriarkka; French: matriarche; German: Matriarchin; Indonesian: matriark; Irish: matrarc; Japanese: 女家長; Navajo: amá; Norwegian Bokmål: matriark or; Nynorsk: matriark; Portuguese: matriarca; Russian: родонача́льница, матриа́рх; Scottish Gaelic: àrd-mhàthair; Spanish: matriarca; Swedish: matriark; Turkish: anaerki
« Last Edit: 13 Feb, 2021, 14:11:03 by spiros »


 

Search Tools