στρουφίζω → στρέφω, στρίβω, στριφογυρίζω, τυλίγω, αλλάζω γνώμη

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 835229
    • Gender:Male
  • point d’amour
στρουφίζω → στρέφω, στρίβω, στριφογυρίζω, τυλίγω, αλλάζω γνώμη
στρουφίξω, στρουφιγμένος
Στρουφίζω τι σημαίνει - ΚΡΗΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ | kritikoi.com

Στα κρητικά σκιουφίζω (εξ ου και σκιουφιχτά) σημαίνει στρουφίζω, δηλαδή στρίβω.
Τι ειναι σιουφιχτά; στριφτά


 

Search Tools