felinize → αιλουροποιώ, κάνω σαν αίλουρο, προσαρμόζω για γάτες, προσαρμόζω θεραπεία για γάτες

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 832604
    • Gender:Male
  • point d’amour
felinize → αιλουροποιώ, κάνω σαν αίλουρο, προσαρμόζω για γάτες, προσαρμόζω θεραπεία για γάτες
felinized
felinization

(transitive) To make cat-like, or turn into a cat.
(transitive) To adapt (a therapy) for use on cats.
a felinized antibody
felinize - Wiktionary


 

Search Tools